Τρίτη, Ιανουαρίου 31, 2006

Οι θησαυροί της Μερόπης Τζόουνς

Το σπίτι της Καίτης... "Κονάκι" το έλεγε σαρκαστικά η Μερόπη. Πορνείο ήθελε να το πει αλλά δεν ήταν "comme-il-faut". "Πουτάνα" ήθελε να την αποκαλεί αλλά η απαξίωση που έσερνε το επάγγελμα της τραγουδίστριας, στο μυαλό της Καίτης, ήταν αρκετή... κάποιες φορές. Κάποιες άλλες όχι. Όταν τύχαινε, για παράδειγμα, να ξεψαχνίζει τα καλλιτεχνικά περιοδικά της Τρίτης κι έβρισκε τον γιο της να χαιδολογιέται με τη Καίτη σε κάποιο καταγώγιο. Δεν πα να είχε φλας και δυνατά φώτα, η Μερόπη μόνο ένα χρώμα ξεχώριζε: το κόκκινο.
Το κόκκινο που άναβαν το σούρουπο στα μπορντέλα, το κόκκινο που ανάβει το φανάρι και σε 'κόβει' όταν θες να τρέξεις, το κόκκινο του κινδύνου που ανάβει στις ταινίες λίγο πριν ανατιναχτεί το διαστημόπλοιο. Στο ρόλο του διαστημόπλοιου, η ζωή του γιού της.

Η δαιμόνια κυρά Μερόπη. Με δόξα και τιμή ο τίτλος της κυράς. Κυρά στο σπίτι και στη ζωή των παιδιών της. Κράταγε γερά το τιμόνι και τη μοίρα τους. Ε, κι αν της ξέφυγε λιγάκι το κουμάντο όταν στεφανώθηκε εκείνη τη χυδαία τη κομμώτρια, δεν χάλασε και ο κόσμος. Χρόνο είχε να διορθώσει το στραβό. Τώρα είχε προτεραιότητα ο μικρός. Να μην πάει χαλάλι προτού σταθεί στο κόσμο.
Όλα τα ήξερε. Που πήγαιναν, τι έκαναν, ποιούς έβλεπαν. Κάθε που έλειπε ο Μάρκος έκανε το δωμάτιο άνω κάτω. Να βρει αποδείξεις, φωτογραφίες, μηνύματα στο κινητό, μυρωδιές από τη φτήνια της τραγουδίστριας στα ρούχα του ακριβογιού της. Κι όταν έβρισκε αυτά που έψαχνε λύσσαγε σα μαινάδα και ήθελε να ματώσει τις σάρκες της. Κι όταν δεν έβρισκε τίποτε, έβαζε καφέ στο μπρίκι κι έπαιρνε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης. "Λες να την σχόλασε, Χριστέ μου;" ρώταγε κοιτώντας τη πλαφονιέρα της κουζίνας. Ούτε ο Χριστός όμως αλλά ούτε και η πλαφονιέρα απαντούσε. Κι έτσι ανασκουμπωνόταν μέχρι την επόμενη ανασκαφή στη ζωή του Μάρκου της.

Μόλις έκλεισε τη πόρτα ο Μάρκος έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ο πόνος στο πλευρό της έκοψε την ανάσα αλλά, δεν το'βαλε κάτω. Στεριώθηκε πεισματικά στα πόδια της κι έβαλε πλώρη για το δωμάτιο του Μάρκου. "Το χάραμα γύρισε χτες. Που στο κακό της τον καιρό τον τραβολόγαγε πάλι;" Το κινητό το είχε μαζί του άρα μηνύματα δεν θα διάβαζε σήμερα. Κατευθύνθηκε στα ρούχα. Βρώμαγαν κάπνα και υγρασία. Τσιγάρα, ταυτότητα, τσίχλες και κλειδιά. Άγνωστα κλειδιά, όχι τα δικά τους, ξένης πόρτας. Στη σκέψη πως είναι τα κλειδιά του σπιτιού της "παλιοβρώμας" το χέρι της λες κι από δική του πρωτοβουλία έσπρωξε το μπρελόκ στη τσέπη της ρόμπας της. "Κάπου θα μου χρειαστούν" σκέφτηκε προσπαθώντας να συγκρατήσει τη μανία της. Σύνεχισε να ψάχνει βέβαιη όμως πλέον πως σήμερα ανακάλυψε το δικό της Δισκοπότηρο. Πριν προλάβει να ευχαριστήσει το Χριστό για τη καλή της τύχη, μια κατάρα της ανέβηκε στο στόμα. Και της στάθηκε εκεί για λίγο σαν σουσάμι που ξέφυγε από το κουλούρι και στρογγυλοκάθισε στο φάρυγγα για να την τελειώσει. Ένιωθε να χάνεται ο κόσμος της και να ραγίζουν και τα υπόλοιπα πλευρά της. Γονάτισε για λίγο. "Σα να σκοτείνιασε η μέρα" σκέφτηκε κι έσφιξε στο στήθος της τη δεύτερη ανακάλυψη της. Λες κι αν σφίξεις το μαχαίρι στη πληγή θα σου πει τα μυστικά του.