Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2006

Το ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 21 post / 1000 λεξεις

Το νούμερο 3 ήταν ένα γωνιακό δωμάτιο πίσω και δεξιά του κτιρίου. Λόγω της ιδιαίτερής του θέσης, βρισκόμενο στο ισόγειο του ξενοδοχείου και στην πιο ήσυχη πλευρά, προοριζόταν για ανθρώπους που είχαν προβλήματα με την καρδιά τους, όσους δυσκολευόντουσαν να περπατάνε ή έπασχαν από χρόνιο σύνδρομο κούρασης. Δεν χρειαζόταν ο επισκέπτης να πάει μέχρι την πόρτα για να την κλείσει, αντιδρούσε σε παλαμάκια. Το φως άναβε από μόνο του ανάλογα με την φωτεινότητα του χώρου και μόνον την στιγμή που "ένιωθε" την παρουσία κάποιου. Το κρεβάτι μονιμά σε υψηλότερη θέση, ώστε να διευκολύνει την πρόσβαση και την απόβαση από αυτό. Το μπάνιο ανέβαζε σιγά την θερμοκρασία του νερού, αρχίζοντας από αυτή του σώματος. Χαλάκια ή σκαλοπατάκια οπού θα μπορούσε να σκοντάψει κανείς δεν υπήρχαν. Οι κουρτίνες, φτιαγμένες από ένα ειδικό υλικό απορροφούσαν το μεγαλύτερο μέρος της εξωτερικής σκόνης και στο συρταράκι του κομοδίνου δίπλα στο μονό κρεβάτι ήταν τοποθετημένες για κάθε περίπτωση αυτές οι λεπτές ταμπλέτες, που έχουν οι καρδιακοί πάντα μαζί τους, και διαλύονται κάτω από την γλώσσα σε περίπτωση ανάγκης, τα "υπογλώσσια". Ήταν το μονό δωμάτιο με μονό κρεβάτι στο ξενοδοχείο. Δεν συνέβαινε από έλλειψη χώρου, απλά μετά την τρίτη κλήση του ασθενοφόρου στην μέση της νύχτας σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις επισκεπτών του δωματίου με το νούμερο 3, αποφάσισε η κα Ευδοξία ότι μάλλον το διπλό κρεβάτι αύξανε την πιθανότητα της θνησιμότητας και ήταν πλέον επικίνδυνο για μια αδύνατη καρδιά.

Ο επισκέπτης του δωμάτιου με το νούμερο 3 ήταν έναν τυπικός καρδιοπαθής. Χρόνιος καπνιστής, χρόνια σε πίεση, χρόνια υπερενεργητικός, χρόνια ευέξαπτος ανακάλυψε στα 55 του ότι αυτό το μαραφέτι, όπως ονόμαζε την καρδιά του, δεν είχε πλέον διάθεση να λειτουργήσει. Ο καρδιολόγος έθεσε την εξής απόφαση στα χέρια του. Είτε κόβει το κάπνισμα, τις στεναχώριες, το πολύ φαγητό, το πολύ πιοτό, είτε θα έπρεπε να έβαζε μια τάξη στις υποθέσεις του, άμα δεν ήθελε να άφηνε ανοιχτές δουλειές φεύγοντας. Γιατί θα έφευγε, αυτό ήταν σίγουρο. Το ερώτημα ήταν πλέον στην περίπτωσή του, σε πόσο χρόνο θα συνέβαινε. Αν δεν άλλαζε γρήγορα και δραστικά πορεία, το τέλος θα ερχόταν αναμφίβολα πολύ σύντομα.

Ο κύριος του 3 δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα του γιατρού. Κι βέβαια δεν του αρκούσε ότι είχε ζήσει μέχρι τότε, σε ποιον αρκεί άλλωστε ποτέ η ζωή του, ότι και να ζήσει, όσα χρόνια και να διαρκέσει; Πάντα μικρή θα φαίνεται, πάντα ελλιπής. Έλα όμως που του ερχόταν δύσκολο να παρατήσει όλες αυτές τις μικρές και μεγάλες συνήθειες που είχε μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια; Είχε συνηθίσει στον σκέτο καφέ χωρίς πρωινό, το στομάχι του δεν ενοχλείτο από το μεσημεριανό που παρελλείπετο, ούτε το βαρύ και χορταστικό φαγητό στις 9 η ώρα το βράδυ πείραζε, η μπίρα, τα τσιπς και τα φιστίκια Αιγίνης μπροστά στην τηλεόραση ήσαν ήδη η δεύτερη φύση του. Πως μπορούσε να σκεφτεί ότι μπορούσε από την μια στιγμή στην άλλη να τους γυρίσει την πλάτη; Τόσα χρόνια παρέας πετιούνται; Δεν πετιούνται. Και να ήθελε δεν τον αφήνανε οι συνήθειες να τις εγκαταλείψει. Φερόντουσαν σαν μια πεισμωμένη ερωμένη που αρνείται να δεχτεί το γεγονός ότι μια ιστορία τελείωσε. Επιμένει να ενοχλεί και να ελπίζει, να επιδεικνύει τις χάρες της, να θυμίζει τις κάλες στιγμές, να εκδικείται με πλάγιους τρόπους.

Ο κύριος του δωματίου 3 είχε όμως αρχές. Είπε κάτι, πήρε μια απόφαση, άρχισε μια προσπάθεια, θα την έβγαζε εις πέρας. Σίγουρα ήταν δύσκολη η αλλαγή των συνηθειών, δεν θα γινόταν ξαφνικά, αλλά ήξερε πως έπρεπε να συνέβαινε. Με αργά αλλά σταθερά βήματα. Δεν είχε άλλη επιλογή. Θυμήθηκε τον φίλο του τον εφοριακό που του είχε συστήσει το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια. Και εκείνος έπρεπε να προσέχει την υγεία του, αλλά για άλλους λόγους. Είχε κάποτε καρκίνο του προστάτη, έκανε θεραπεία, εγχειρίσθηκε, ο καρκίνος έφυγε, ο προστάτης επανήρθε τελικά στην λειτουργία του, άλλα ο ασθενής δεν έλεγε να συνέλθει. Η ψυχή του δεν μπόρεσε να ξεχάσει τον φόβο του θανάτου που ένιωσε κατά την διάρκεια της αρρώστιας. Όσο και να τον διαβεβαίωναν οι γιατροί ότι όλα είναι πλέον εντάξει, τι αν τα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος δεν παρουσίαζαν τίποτε το ανησυχητικό, αδιάφορο που οι βιοψίες είχαν αρνητικά αποτελέσματα, ο φόβος του θανάτου δεν διαλύθηκε με τίποτε. Έψαξε απλά ένα άλλο όργανο στο οποίο μετέφερε τις ανησυχίες. Αν ο προστάτης ήταν υγιής, τότε σιγουρα η καρδιά και οι αρτηρίες δεν θα δούλευαν.
Ο κύριος του 3 γνωρίστηκε με τον εφοριακό στην γυμναστική για καρδιοπαθείς που είχε διοργανώσει το ίδρυμα κοινωνικής ασφάλισης της περιοχής του. Δεν τον ενόχλησε στο ελάχιστο η υποχονδρία του εφοριακού, απλά μερικές φορές θα ήθελε να μπορούσε να του βγάλει την ιδέα της αρρώστιας από το μυαλό. Ένιωθε ότι ήταν κρίμα να χάνει πολύτιμες στιγμές της ζωής του νιώθοντας θύμα μιας αρρώστιας που δεν τίθεται. Ήταν μια ύβρης απέναντι σε όλους αυτούς που χαροπάλευαν, είτε από καρκίνο, είτε από άλλες αιτίες, αλλά δεν ήξερε πως να τον βοηθούσε να συνέλθει. Προσπάθησε τον υπνωτισμό, τον έστειλε για βελονισμό, πήγε μαζί του σε συνάντηση με την ψυχολόγο, δοκίμασε τον θετικό προγραμματισμό. Καμιά ενέργεια δεν έφερε θετικό αποτέλεσμα. Τίποτε έκτος από την τελευταία επίσκεψη πριν 3 χρόνια στο ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια.

Πως μπορούσε η λύση να μην είχε προφερθεί από την αγάπη; Πως μπορούσε η πληγή της ψυχής να επουλωθεί από κάτι λιγότερο από τον έρωτα; Το μέγιστο και δυνατότερο των συναισθημάτων; Αυτό που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα. Αυτό που υπερβαίνει το επιτακτικό ένστικτο της διαιώνισης του είδους. Που αλλάζει τις προτεραιότητες; Που κάνει τα πράγματα ελαφρότερα. Που ξυπνά την καλλιτεχνική ενέργεια κάθε ανθρώπου. Που τον ημερεύει, που σμιλεύει ένα ανεξίτηλο χαμόγελο στα χείλη. Που δίνει την αίσθηση της αθανασίας, του αλώβητου, που ξυπνά τον αλτρουισμό, την ελπίδα και την σιγουριά για την επιτυχία στις προσπάθειες καλυτέρευσης του κόσμου. Που κάνει να ξεχνά κανείς τον πόνο, την απογοήτευση του παρελθόντος;

Ο εφοριακός βρήκε τον έρωτα στο δωμάτιο νούμερο 3. Ένιωσε την παντοδυναμία των συναισθημάτων να πλημμυρίζει την καρδιά του και συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν τόσο αδύναμη όσο την θεωρούσε. Ήταν σε θέση να παλέψει για να αποκτήσει το αντικείμενο του πόθου του.

Την μαλακή σάρκα και ψυχή της κας Ευδοξίας.