Εύχομαι να έχετε μια καλή διαμονή στο ξενοδοχείο μας. Αν χρειασθείτε κάτι, θα χαρώ αν μπορώ να σας φανώ χρήσιμη είπε η κα Ευδοξία με το χαρακτηριστικό χαμόγελο της και έφυγε.
Το ζευγάρι του δωματίου νούμερο δυο αναστέναξε σαν σε χορωδία, ταυτόχρονα. Επιτέλους μόνο. Τα τελευταία 6 χρόνια δεν είχαν ούτε μια στιγμή για τον εαυτό τους, συνεχεία με άλλους, συνέχεια να οργανώνουν, να προγραμματίζουν, να βοηθούν στο ένα πρόβλημα, να παρηγορούν στο άλλο, να προσέχουν, να καθοδηγούν. Για πρώτη φορά βρισκότανε μόνο του. Χωρίς το 6χρονο αγοράκι τους, χωρίς την τετράχρονη κόρη τους, χωρίς τις δυο γάτες, χωρίς τον παπαγάλο, χωρίς την γιαγιά από τον κάτω όροφο, χωρίς την άνεργη ξαδέρφη που ερχότανε από καιρό εις καιρό να φάει Μάζι τους, γιατί αλλιώς τρελαινότανε στην πείνα, χωρίς την συνάδελφο που τους επισκέπτονταν κάθε παρασκευή, χωρίς τους υπάλληλους στην εταιρία του άντρα, χωρίς, χωρίς, χωρίς...
Μόνοι, επιτέλους μόνοι, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Τι να κάνουν με όλο αυτό τον ελεύθερο χρόνο; Είχανε γνωριστεί πριν οχτώ χρόνια, πριν εφτά χρόνια μετακομίσανε σε κοινό διαμέρισμα, πρώτα ήρθε η μια γάτα, μετά ο γιος, αργότερα η κόρη, μετά η δεύτερη γάτα, ο παπαγάλος , έπειτα τα υπόλοιπα και πριν 2 μέρες ο γάμος. Δεν ήταν τόσο η σκέψη των χρημάτων για τα έξοδα του γάμου, που τους έκανε όλα αυτά τα χρόνια να διστάσουν. Τους έλειπε απλά η διάθεση να βάλουν παραπανίσιο θέμα για τον οποίο θα έπρεπε να ασχοληθούν. Ήδη είχαν γεμάτη την μέρα τους και χωρίς συζητήσεις για το θέμα της λίστας των καλεσμένων, σκέψεις περί χρώματος, φόρμας και περιεχομένου της πρόσκλησης, επισκέψεις σε μπουτίκ για να βρεθεί το σωστό νυφικό και γαμπρικό κουστούμι, συζητήσεις με τον παπά περί πίστεως. Δυσκολευτήκανε να βρούνε μια μέρα που να μπορούσε να βολεύει όλους. Σκεφτήκανε να είναι στις διακοπές για να μπορούν τα παιδιά να γιορτάσουν χωρίς να σκέφτονται ότι τις επόμενες μέρες θα πήγαιναν σχολείο, αλλά δεν βόλευε την γιαγιά. Η γιαγιά έφευγε την πρώτη μέρα των διακοπών για το χωριό της και έμενε εκεί καθόλη την διάρκειά τους. Αναρωτιόντουσαν γιατί αλήθεια νιώθει τόσο εξαρτημένη από το σχολείο; Τα παιδιά της ήταν ήδη μεγάλα και είχαν και αυτά δικά τους παιδιά. Τα εγγόνια της τα έβλεπε συχνά, αλλά δεν χρειαζόταν να τα προσέχει με τις ώρες. Είχαν ήδη τις ασχολίες τους, τους φίλους τους. Γιατί λοιπόν έφευγε στις διακοπές; Μερικές φορές υποπτευόντουσαν ότι δεν ήταν ότι είχε επιθυμήσει το χωριό της και ήθελε να πάει εκεί, απλά το έβαζε στα πόδια μακριά από τα εγγόνια της.
Αυτή την δυνατότητα δεν την είχε ο παπαγάλος. Δεν θα έπρεπε να είχε παράπονο. Του έδιναν σπόρια, μαρουλάκι, καρότο και μήλο. Είχε ένα κόκαλο σουπιάς, φρέσκο, καθαρό πόσιμο νερό, νερό για μπάνιο. Μερικές φορές το αφήνανε και ελεύθερο να πετά στο δωμάτιο αλλά όταν ερχόντουσαν τα παιδιά έψαχνε από μόνο του το κλουβί του. Αν μπορούσε θα τραβούσε και μόνος το σκούρο πανί να σκεπαστεί.Οι γάτες είχαν αναπτύξει την αίσθηση της ώρας και έφευγαν με το που ξυπνούσαν τα παιδιά στις εφτά το πρωί, επέστρεφαν μόλις αυτά ντυμένα και με τις τσάντες τους φορτωμένα κατεβαίναν τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας και το ξανασκάγανε στην επιστροφή τους. Βρισκόντουσαν σίγουρα στην πιο ευνοϊκή θέση. Χωρίς έννοιες, χωρίς τα κοινωνικά πρέπει και ευθύνες, Κάνανε ότι τους άρεσε, δεχόντουσαν όσο χάιδεμα χρειαζόντουσαν προκείμενου να διατηρήσουν την καλή διάθεσή τους και αν ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους, αναχωρούσαν. Έτσι απλά, έφευγαν χωρίς να ρωτήσουν κανένα.
Κοιταχτήκανε στα μάτια, δηλαδή τώρα δεν θα έχουμε για μια εβδομάδα όλο αυτόν τον κυκεώνα δουλείας; Ήταν δυνατόν να περνούσαν 7 ολόκληρες μέρες χωρίς να αλλάξουν την άμμο της τουαλέτας των γατιών, το νερό του παπαγάλου, τα σεντόνια των κρεβατιών; Χωρίς τις καθημερινές συσκέψεις; Χωρίς το 2ωρο στους χαοτικούς και με κίνηση δρόμους; Χωρίς το βραδινό βάλσιμο πλυντηρίου, το άδειασμα αυτού των πιάτων, το σιδέρωμα; Χωρίς το πλύσιμο του αυτοκίνητου, τα εβδομαδιαία ψώνια;
Άμα όλα αυτά δεν γινόντουσαν κατά την διάρκεια αυτής της εβδομάδας, τι θα κάνανε;
Βάλανε το μικρό βαλιτσάκι πάνω στο κρεβάτι, γονατίσανε μπροστά του, αριστερά ο άνδρας, δεξιά η γυναίκα. Εκείνος το άνοιξε χωρίς να πει τίποτε, έχοντας ένα ιδιαίτερο βλέμμα στα μάτια του. Εκείνη ήξερε μετά από οχτώ χρόνια γνωριμίας τι σήμαινε αυτό το βλέμμα. Έδειξε την συγκατάθεσή της με το δικό της. Ούτε και εκείνη δεν θέλησε να μιλήσει. Ξέδεσε το λαστιχάκι που κρατούσε τα πράγματα στην θέση τους, τα κοίταξε λες και δεν τα είχε ξαναδεί. Προσεκτικά και ένα ένα. Ήταν τόσο στοργική η ματιά του. Λες και τα χάιδευε. Είχε περάσει πολύς καιρός.
Κοίταξε την γυναίκα του, την βαλίτσα και ξανά την γυναίκα του. Τα μάγουλά του είχαν ροδοκοκκινίσει από την επιθυμία. Δεν άντεχε άλλο, αρκετά είχαν περιμένει, σήμερα θα τα ξαναχρησιμοποιούσαν. Από σήμερα και για τις επόμενες 6 μέρες, δεν θα έκαναν τίποτε άλλο. Τίποτε και κανένας δεν θα τους ενοχλούσε.
Τα πήρε στα χέρια του. Τα γύρισε για να τα δει από όλες τις πλευρές. Πόσο του άρεσε η αφή τους. Τόσο ξένη είχε γίνει όμως ενδιάμεσα, μετά από 6 χρόνια αποχής. Το αποφάσισε. Δεν θα πέρναγε τόσος καιρός μέχρι να ξανά ασχολείτο Μάζι τους. Ήξερε πως και η γυναίκα του το ίδιο ένιωθε. Την έβλεπε να κάθεται ανήσυχη και να μεταφέρει το βάρος της, μια προς τα αριστερά, μια προς τα δεξιά, να γέρνει το σώμα της πιο κοντά προς την μικρή βαλίτσα για να δει και εκείνη το περιεχόμενό της. Αυτό που είχαν τόσο επιθυμήσει.
Ένα χοντρό αστυνομικό για τον καθένα, Dom Pérignon και δυο ποτήρια σαμπάνιας!