Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Markos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Markos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2006

Το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια/6α post/ 1000 λέξεις

Κορμί κλωναράκι, φτηνό τσίτινο φόρεμα, σαγιονάρες και το χέρι σφιχτά κρατημένο, από το χέρι του περήφανου πατέρα του καρπού, που μόνο αν κοίταζες από το πλάι, μπορούσες να καταλάβεις ότι κουβαλάει στην κοιλιά της.

Εικοσάχρονα παιδιά, εικοσιδυό εκείνη, εικοσιέξι εκείνος, με την ανεμελιά της νιότης και τη συναίσθηση συνάμα της χαράς, που σε λίγο καιρό θα βλέπανε μπροστά τους, χαιρόντουσαν λίγες ημέρες διακοπών στη μικρή κωμόπολη που ήταν το ξενοδοχείο.

Ο κύριος Θεμιστοκλής, κλασικός φιλόλογος και συγγραφέας, συνήθιζε να κάνει τις διακοπές του, στο ξενοδοχείο, «Το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια» κάθε καλοκαίρι.
Εδώ είχε συγγράψει πολλά από τα βιβλία του, ή είχε σχεδιάσει τη δομή τους, εδώ η έμπνευση τον επισκεπτόταν τόσο τακτικά, όσο πουθενά αλλού.
Από εδώ ξεκίνησαν οι τόσες εκδοτικές τους επιτυχίες, που τον είχαν κάνει πασίγνωστο σε όλη τη χώρα και έξω απ’ αυτήν. Τα βιβλία του, έχουν μεταφραστεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες του πλανήτη!!!
Εδώ «γέννησε» τους ήρωες των βιβλίων του, που έγιναν διάσημοι παντού.

Η κα Ευδοξία, πάντα έκανε χαρά μεγάλη όταν το έβλεπε να καταφτάνει και βέβαια φρόντιζε να του έχει ελεύθερο το «φιλόλογο» δωμάτιο.

Ναι, το δωμάτιο με το νούμερο πέντε, που είχε και άποψη για τους ενοίκους του.
Ήθελε ως γνωστό, ή μοναχικούς ενοίκους ή τριάδες.
Ήθελε, το δωμάτιο, οι λέξεις να ηχούν αδιαλείπτως μέσα του. Ήθελε, το δωμάτιο, να πλάθονται νέες έννοιες, νέα νοητικά σχήματα και να ντύνονται με το ακριβές περίγραμμα των προσεκτικά επιλεγμένων λέξεων.

Το δωμάτιο 5, ήταν στο ισόγειο, και αυτό επέτρεπε στον κο Θεμιστοκλή, να μπορεί αφενός να κλείνεται στον κόσμο του, όποτε επιθυμούσε, αφετέρου να παρατηρεί καταστάσεις, σχέσεις συναισθήματα όσων περιδιάβαιναν στο δρόμο, μπροστά από το ξενοδοχείο.

Τους είχε προσέξει από την πρώτη στιγμή. Του είχε κάνει εντύπωση η αγάπη που απέπνεε το βλέμμα τους όταν κοιταζόντουσαν, η ευαισθησία που εξέπεμπαν τα πρόσωπα και των δυο,
το γέλιο τους, η τρυφερότητα της αγκαλιάς, που ο νεαρός προσέφερε στη σύντροφό τους.
Άλλοτε πιασμένοι από το χέρι, άλλοτε με μια τρυφερή αγκαλιά, περνούσαν στο απέναντι το πεζοδρόμιο, μιλώντας για τη μέρα τους, φτιάχνοντας τα όνειρά τους, χτίζοντας το μέλλον του μέλλοντος, που ετοίμαζαν.
Και τα μάτια αστράφτανε, τα πρόσωπα φωτίζονταν, η εικόνα του αγαπημένου ζευγαριού φεγγοβολούσε.

Ο κύριος Θεμιστοκλής, πιστός στις συνήθειές του, από το πρωί, κάθε πρωί, επάνω στο κατάφορτο από βιβλία, λεξικά και άλλα σύνεργα τραπεζάκι, τοποθετούσε τα τετράδια και τα μολύβια του και άρχιζε να γράφει.
Έγραφε ασταμάτητα. Οι λέξεις έρεαν. Ζωγράφιζαν εικόνες, έφτιαχναν διαλόγους, συναρμολογούσαν χαρακτήρες, έχτιζαν προσωπικότητες και στο τέλος μια ιστορία βγαλμένη από τη ζωή, ή μια ιστορία που έδειχνε πώς θάθελε να είναι η ζωή, γεννιόταν μέσα στα φύλλα των τετραδίων.

Η συζήτηση με το ζευγάρι, ξεκίνησε αβίαστα. Μια απλή κίνηση του κεφαλιού που έλεγε «καλημέρα», η ανταπόδοσή της, ήταν οι πρώτες «κουβέντες», που αντάλλαξαν.
Ο περίπατος του ζευγαριού δεν άργησε να αλλάξει.

Ήρθαν στο άλλο πεζοδρόμιο, αυτό που πέρναγε κάτω από το μικρό μπαλκόνι του δωματίου με τον αριθμό πέντε, που η μπαλκονόπορτα άνοιγε πάντα λίγο πριν φανούν οι δυο νέοι από τη γωνιά του δρόμου και έκλεινε όταν ξαναχάνονταν στην ίδια γωνιά έχοντας επιστρέψει από τη βόλτα στην πλατεία.

Το νεύμα έγινε κουβέντες και οι κουβέντες έγιναν διάλογοι.

Έχοντας την άδεια της κας Ευδοξίας, ένα απόγευμα, στην επιστροφή του ζευγαριού από τη βόλτα τους, τους κάλεσε στο δωμάτιο να τους προσφέρει ένα αναψυκτικό.
Η αποδοχή δεν έγινε χωρίς κάποιο δισταγμό, αλλά έγινε.
Λίγη ώρα χρειάστηκε για να μετατραπεί ο δισταγμός σε πλήρη αποδοχή, όταν τα δυο παιδιά μπήκαν στο δωμάτιο του κου Θεμιστοκλή.
Η ώρα κύλησε γρήγορα, τα χαμόγελα έδειξαν ψυχική ευφορία και αποδοχή των μερών.

-Θα σας περιμένω και αύριο, τους είπε καθώς τους ξεπροβόδιζε.

Του το υποσχέθηκαν και έφυγαν αγκαλισμένοι, αδιαφορώντας αν αυτό ενοχλούσε τα πουριτανικά ήθη κάποιων κατοίκων της μικρής κωμόπολης.
Την αύριο, το δωμάτιο φωτίστηκε από την ομορφιά και των τριών.
Η κουβέντα τα είχε όλα. Δεν είχαν να κρύψουν άλλωστε τίποτα οι νεαροί.

Όχι τον κο Θεμιστοκλή, δεν είχε τύχει να τον γνωρίζουν.
Δυο παιδιά εργατικά ήταν, από λαϊκές οικογένειες, που ο έρωτάς τους, τούς έστειλε την ευλογία του θεού, πριν από την ευλογία της εκκλησίας.
Δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκοι είναι οι αλήθεια, αλλά ο γάμος τους έγινε κατά τα οριζόμενα και κατά πώς η παράδοση ορίζει, όπως συνήθως συμβαίνει με χιλιάδες άλλα ζευγάρια.
Κάποιες αντιδράσεις, που δημιούργησαν στο περιβάλλον γύρω τους δεν άλλαξε την πορεία των πραγμάτων. Κατάσταση, όπως σε χιλιάδες άλλες περιπτώσεις τη βρίσκει κανείς
Από δουλειά, αυτός σ’ ένα συνεργείο αυτοκινήτων, αυτή πωλήτρια. Τίποτα το ιδιαίτερο δηλαδή. Όπως χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο.

Προίκα δεν υπήρχε, αν και ο πατέρας δήλωσε πως «εγώ δεν είμαι θεός να αδικώ. Ό,τι έχω θα τα δώσω εξίσου σε όλα τα παιδιά μου». Η αλήθεια είναι ότι ο λόγος αυτός ήταν εντυπωσιακός, «εγώ δεν είμαι θεός να αδικώ», και λίγο βλάσφημος ίσως, αλλά ήταν η σκέψη ενός απλού εργατικού ανθρώπου όπως χιλιάδων άλλων, σαν κι αυτόν.
Τα όνειρά τους, ένα σπίτι να χωρέσει την αγάπη τους και τα παιδιά τους, ήδη το ένα το είχαν «δρομολογήσει» και μια ζωή ευτυχισμένη και αξιοπρεπή. Τίποτα πιο ειδικό, τίποτα πιο μεγάλο. Αυτό που ζουν χιλιάδες άλλοι πάνω στη γη.

Η κουβέντα κύλησε απλά, όμορφα, ζεστά.

Το καληνύχτισμα ήταν κι αντίο. Αύριο τα παιδιά θα γύριζαν στο σπίτι τους. Είχαν να προετοιμάσουν την υποδοχή του νέου μέλους και να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Βλέπεις η ζωή δεν έκανε διακρίσεις γι αυτούς, όπως για χιλιάδες άλλους.

Το νέο ζευγάρι έφυγε, η παρουσία του όμως έμεινε να έχει καταλάβει κάθε γωνιά του «φιλόλογου» δωματίου αλλά και την καρδιά του κου Θεμιστοκλή.

Ένοιωθε μια πληρότητα και μια ευγνωμοσύνη θα έλεγε, για την ώρα που του χάρισαν ετούτα τα παιδιά.

Η απόφαση ήταν ακαριαία.

Μπορεί τούτα τα πλάσματα να ήταν ασήμαντα για τους ερευνητές και τους ιστορικούς, απλοί αριθμοί στα Μητρώα των Δήμων, ή στα Φορολογικά Μητρώα, αυτός όμως θα φρόντιζε να μείνουν στην Ιστορία.

Πέταξε στο διπλανό καλάθι τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος που έγραφε και άρχισε το νέο.

Θα έβαζε όλη του την τέχνη για να το κάνει best seller και οι ήρωές του, να γίνουν γνωστοί σ’ όλο τον κόσμο.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2006

Το ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 5α post / 1000 λεξεις

Παράξενο το συναίσθημα. Την περίμενε πώς και πώς την απάντηση αυτή. Τώρα; Τώρα την είχε μπροστά του. Η στιγμή της αλήθειας.
Αν ήταν όλα όπως τα υπολόγιζε, η απάντηση αυτή θα αποτελούσε και τον ουσιαστικό και τυπικό λόγο του χωρισμού τους.

Στο δωμάτιο 21 του ξενοδοχείου, «Το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια», επικρατούσε σιγή.
Τα χρώματα στους τοίχους είχαν πάρει τώρα μια μενεξεδί απόχρωση.

Πικρό το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη, περισσότερο μορφασμός πόνου παρά εκδήλωση ψυχικής ευφορίας.

Οι προηγούμενες ώρες μπορεί να του χάρισαν στιγμές ανεμελιάς, στιγμές υπέρτατης ηδονής, στιγμές ικανοποίησης για τη ρήξη που έκανε πριν καν την αποφασίσει, αλλά τούτη εδώ ήταν η ώρα της αλήθειας.
Όποια και να ήταν η απάντηση, η ανατροπή της ζωής του θα πρέπει να εθεωρείτο δεδομένη. Η ανατροπή των όσων μέχρι τώρα είχε κάνει. Των όσων μέχρι τώρα είχε ονειρευτεί, των όσων μέχρι τώρα είχε μοιραστεί και προσφέρει.

Άνοιξε το αρχείο.

Η τεχνολογία σήμερα έχει αλλάξει τα πάντα. Η επικοινωνία, κυρίως αυτή, άλλαξε ριζικά μορφή.
Όλοι μπορούν να επικοινωνούν με όλους, αλλά ταυτόχρονα να είναι και μόνοι τους.
Θα πρέπει να ξαναγραφτεί ο ορισμός της μοναξιάς. Πολλά θα πρέπει να αναθεωρηθούν.

Έπιασε τον εαυτό του να μη θέλει να διαβάσει το κείμενο, που ήταν μπροστά του.
Πώς να βρει τη δύναμη να το κάνει; Από πού να αντλήσει δύναμη να δεχτεί αυτό που η μοίρα του έχει γραμμένο;
Λίγο μελοδραματικό το τελευταίο. Και δεν ήταν η μοίρα που του έγραφε, αλλά ο υπεύθυνος του εργαστηρίου αναλύσεων DNA.

Σηκώθηκε από τον υπολογιστή.

Όχι δεν ήταν έτοιμος να «ακούσει» τη πραγματικότητα. Όποια και αν ήταν αυτή. Είτε του έδινε την επιθυμητή λύση είτε, του επιφύλασσε οτιδήποτε άλλο.
Επιθυμητή λύση. Στη σκέψη αυτή το χαμόγελο έγινε πραγματικά πικρό.
Οι δικές του επιθυμίες. Ποιος τις άκουσε ποτέ; Ποιος αφουγκράστηκε τα θέλω της καρδιάς του; Πότε και σε ποιόν μίλησε για τα όνειρά του, τον πληγωμένο του εγωισμό, τις ατέλειωτες ώρες που η αλμύρα των δακρύων του, ήταν μοναδική του συντροφιά;

Εντάξει, έφταιγε κι αυτός αλλά οι άλλοι ποτέ δεν ήταν κοντά του.

Ίσως, τα χρόνια που πέρασε στην «στέγη», σε εκείνο το κατά κάποιο τρόπο ορφανοτροφείο, τον είχαν κάνει επιφυλακτικό. Μπορεί και απόμακρο.
Πώς να ανοιχτεί σε άλλον; Ποιος να ακούσει το κλάμα της δικής του ψυχής που ο καθένας τραβούσε το δικό του σταυρό στ δικό του Γολγοθά;
Γυρίζοντας κοντά στους δικούς του, παληκαράκι πια, μαθητής της πρώτης Γυμνασίου, είχε μάθε να είναι μόνος. Μπορούσε να ακούει τους άλλους, είχε να πει ένα λόγο καλό, αλλά αυτός βίωνε τη μοναξιά σαν απόλυτο χαρακτηριστικό του.

Με αυτή την έννοια και τώρα, κλεισμένος στο δωμάτιο 21 του ξενοδοχείου «Το ξενοδοχείον με τα 28 δωμάτια», αισθανόταν μάλλον οικεία παρά άσχημα.

Για σκέψου, στο δωμάτιο 21 του ξενοδοχείου με τα 28 δωμάτια. 7Χ3=21, 7Χ4=28.
Το εφτά ήταν ο τυχερός του αριθμός. Και αυτή η διαδοχή από το 3 στο 4 τι να σήμαινε;
Αλλά μάλλον δεν ήταν διαδοχή από το 3 στο 4. Αντίθετη ήταν η πορεία. Από το 4 στο 3. Επιστροφή.

Γι αυτό τον είχε πιάσει η διάθεση να αναμοχλεύσει το παρελθόν.

Μέχρι και την αδελφή του, που δεν γνώρισε ποτέ, θυμήθηκε. Πώς θα ήταν η ζωή του αν την είχε δίπλα του; Αν ο λόγος μιας γυναίκας, αδελφικός λόγος, τον βοηθούσε να κατανοήσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, προσφέροντάς του τη δική της γυναικεία οπτική. Μέχρι να γνωρίσει τη Νένα, οι σχέσεις του με το άλλο φύλο ήταν περιστασιακές. Επιφανειακές.

Με τη μητέρα του δεν είχε τη δυνατότητα να συζητήσει τίποτα από αυτά.

Πόσο θα ήθελε την παρουσία της χαμένης αδελφής κι ας μη τη γνώρισε ποτέ.

Επέστρεψε στον υπολογιστή του. Ό,τι και να ήταν θα το αντιμετώπιζε. Μόνος κατά τα γνωστά.
Άρχισε να διαβάζει το email. Όροι τεχνικοί, βιοιατρικοί. Λίγο τους καταλάβαινε.
Έψαξε για το σημαντικό. Την ουσία. Την απάντηση στο ερώτημα που τον έκαιγε. Που τους έκαιγε.

Δύσκολο να καταλάβει αν δεν διάβαζε λέξη, λέξη. Αν έχεις συνηθίσει την ορολογία του δικού σου επιστημονικού πεδίου, δεν είναι εύκολο να αντιληφθείς τα νοήματα που με τεχνικό τρόπο, παρουσιάζουν επιστήμονες από άλλο επιστημονικό χώρο.
Ξανακοίταξε το κείμενο από την αρχή. Προσπάθησε να είναι συγκεντρωμένος.
Η γνωμάτευση έλεγε κάτι εντελώς παράξενο.
Δεν μιλούσε για συμβατότητα. Για ταυτότητα μιλούσε.
Τι θα πει αυτό; Τι ταυτότητα;

Πώς είναι δυνατόν; Δικό του και της Νένας υλικό είχαν στείλει.
Ταυτότητα στο DNA σήμαινε συγγένεια.
Τι είναι αυτά που λέει εδώ.
Ταυτότητα των ιστών, που δεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι πρόκειται για δομές DNA απολύτως συγγενικών προσώπων.
Όπως μεταξύ δύο αδελφών !!!!
Δεν καταλάβαινε. Τι δύο αδελφών. Εδώ έστειλαν δύο διαφορετικά δείγματα. Για την ακρίβεια είχαν στείλει διπλά. Πώς είναι δυνατόν να λεει αυτά που λέει.
Αλλά πάλι δεν αφήνει καμιά αμφιβολία. Είναι απόλυτος ο καθηγητής, που το υπογράφει.
Τα πρόσωπα των οποίων έγινε η εξέταση του DNA, είναι αδέλφια !!!!
Μπορεί να είναι η Νένα η αδελφή μου;

-Να παντρεύτηκα την ίδια μου την αδελφή;

Σκηνή από αρχαία τραγωδία. Αιμομιξία.
Το όνομά του Κρίτων και το πραγματικό όνομα της Νένας, που ήταν Ελένη, θα γινόταν στ' αλήθεια τίτλος μιας σύγχρονης τραγωδίας.
Κρίτων και Ελένη.

- Ω Θεέ μου !!!!

Η Μαρίνα σηκώθηκε τρέχοντας από το τραπέζι, που μανιωδώς έγραφε.
Ή όσφρησή της, της σήμανε συναγερμό !!!
Το φαΐ.
Το κατσίκι στην κατσαρόλα που ήθελε να το κάνει σούπα με φρέσκια ρίγανη και γιαούρτι, είναι η σπεσιαλιτέ της αυτή, είχε γίνει κάρβουνο!!!

-Ω Θεέ μου, επανέλαβε.

Την είχε πιάσει ο ίστρος της, γράφοντας την ιστορία με τον Κρίτωνα και τη Νένα του και ξεχάστηκε.
- Θεέ μου, Θεέ μου επανέλαβε. Έκαψα τη σούπα !!!!! Και περιμένω τα παιδιά.

Είχε καλέσει τον Μάρκο και την Bίστα σήμερα.
Από καιρό τους είχε εκθειάσει τις περί την μαγειρική ικανότητες της και επιτέλους εδέησε τη Δευτέρα να τους καλέσει σε τραπέζι.
Και τους είχε πει για σήμερα. Πέμπτη.
Κι αυτή έκαψε το φαγητό!!!!
Τι θα τους έδινε να φάνε; Τι θα τους πει; Ότι έγραφε και έκαψε το φαΐ;
Το σπίτι όλο μύριζε καμένο !!!

Μα τον άγιο Πολύκαρπο, που γιορτάζει σήμερα βοήθειά μας, ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα τσίκνιζε καίγοντας ... σούπα ανήμερα Τσικνοπέμπτης !!!

Το ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 4α post / 1000 λεξεις

Ο δρόμος δεξιά κι αριστερά είχε δέντρα, πράγμα που έκανε σχετικό ευχάριστο το να περπατάς στα πεζοδρόμια κάτω από τις πυκνές φυλλωσιές τους.
Στο περίπτερο της πλατείας αναζήτησε την εφημερίδα του.
Ο περιπτεράς τον πληροφόρησε ότι οι εφημερίδες, θα φτάσουν νωρίς το απόγευμα.
Δεν είναι εδώ η πρωτεύουσα, που οι απογευματινές εφημερίδες κυκλοφορούν από τις 8 το πρωί, τον πληροφόρησε κάπως επιτιμητικά.

Κάθισε σε ένα τραπεζάκι στην σκιά ενός δέντρου.
Παρήγγειλε ένα καφέ και έβγαλε το φάκελο που του είχε δώσει πριν λίγο η κα Ευδοξία.

Κον Κρίτωνα Ντατσόπουλο. Διάβασε.

Όμορφος στρωτός γραφικός χαρακτήρας. Γράμματα που απέπνεαν τη σιγουριά της γραφούσης.
Το ζύγισε στο χέρι, σαν να ήθελε να εκτιμήσει το βάρος των εξηγήσεων που περιείχε.
Η παρουσία του γκαρσονιού, που του έφερε τον καφέ, διέκοψε τις σκέψεις του.
Χαμογέλασε στον νεαρό και του πλήρωσε το λογαριασμό. Αν και δεν βιαζόταν, ήθελε να μπορεί να φύγει χωρίς να περιμένει.

Ξανακοίταξε τον κλειστό φάκελο και με μια αποφασιστική κίνηση τον έσκισε σε δυο κομμάτια, ύστερα στα τέσσερα και μετά στα οκτώ.
Συνέχισε μέχρι ο φάκελος να γίνει πολλά μικρά κομματάκια, όπως και οι εξηγήσεις ή ό,τι άλλο περιείχε.
Δεν είχε νόημα να μάθει. Δεν χρειαζόταν να ξέρει.

Η χτεσινή νύχτα ήταν πια παρελθόν γι αυτόν, αλλά ταυτόχρονα του ελευθέρωσε σκέψεις, συναισθήματα και «θέλω».

Λίγες ώρες αργότερα, έχοντας περάσει από το δωμάτιό του για να βάλει το μαγιό του, ξαπλωμένος στην παραλία που βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα μακριά, ξανάφερε στο μυαλό του όλα όσα είχαν γίνει.

Το μυαλό του έτρεξε στα παιδικά του χρόνια. Μέλος μιας πολύτεκνης οικογένειας, με τη μάνα να προσπαθεί να τα φέρει δύσκολα πέρα και τον πατέρα να κάνει όποια δουλειά του βρισκόταν, βρέθηκε τα πρώτα χρόνια της ζωής του να είναι κλεισμένος στην παιδική στέγη, αφού το φαΐ δεν έφτανε για όλους. Οι γονείς του, μετά από αυτόν που ήταν το πέμπτο τους παιδί, το πέμπτο αγόρι, έκαναν και άλλο ένα. Αυτή τη φορά ήταν κορίτσι.

Όταν οι γονείς του τον ξαναπήραν από τη στέγη, ήταν ήδη μαθητής της πρώτης Γυμνασίου, έμαθε ότι η μικρότερη αδελφή του, είχε πεθάνει. Έτσι του είπαν. Στο μνήμα της δεν τον πήγαν ποτέ. Ούτε και έμαθε πού την είχαν θάψει.
Δεν την γνώρισε ποτέ.
Θα ήθελε να έχει μια αδελφή. Να μπορεί να συζητήσει μαζί της τα προβλήματά του. Σίγουρα θα τον καταλάβαινε περισσότερο από τους μεγαλύτερους αδελφούς του.
Θα ήταν τώρα 26 χρονών, όσο και η γυναίκα του η Νένα. Αυτές θα μπορούσαν να είχαν γίνει φίλες και ποιος ξέρει, ο γάμος του να είχε πάρει μια άλλη τροπή.

Η Νένα, αν δεν περιφρονούσε, τουλάχιστον σνομπάριζε την οικογένειά του. Ήταν αυτό ένας από τους λόγους, που τώρα που το σκεφτόταν, δεν την αισθάνθηκε ποτέ πραγματικά δίπλα του.

Άλλος σημαντικός λόγος ήταν το παιδί.
Βέβαια δεν τους είχε πάρει ο καιρός, αλλά φαίνεται ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα.
Μάλλον εκείνη δεν μπορούσε να κάνει παιδί, αν και δεν το παραδεχόταν.

Ήδη είχαν κάνει αρκετές εξετάσεις, τελευταία μάλιστα έκαναν και εξέταση DNA, ψάχνοντας τη συμβατότητα των κυττάρων του, όπως τους είχε υποδείξει ο γυναικολόγος που είδαν, συμβατότητα που θα την μελετούσε ένα ειδικό εργαστήριο στη Νέα Υόρκη.
Δεν πίστευε ότι θα βγει τίποτα, αλλά το έκανε για να αποδείξει ότι δεν είχε αυτός το πρόβλημα. Οι συγκρούσεις μεταξύ τους, άλλωστε ήταν σε όλα τα επίπεδα.

Εδώ που το λέμε, τι νόημα είχε πια;

Η χτεσινή ημέρα ήταν καταλυτική.
Η αναχώρηση χωρίς να ειδοποιήσει, το κλείσιμο όλων των διαύλων επικοινωνίας, η συνάντηση με τη Σύνθια και τα συναισθήματα που απελευθερώθηκαν στην ολονύκτια συνεύρεσή τους, το ένοιωθε, του άλλαζαν την πορεία της ζωής του.

Ο ήλιος έγερνε στο απέναντι βουνό. Αποφάσισε να επιστρέψει. Με το ραδιόφωνο να μεταδίδει μουσική και διαφημίσεις από ένα τοπικό σταθμό, οδηγούσε χωρίς να βιάζεται, απολαμβάνοντας χρώματα, εικόνες, μυρουδιές ξεχασμένες, αλλά πάντα αγαπημένες.

Στάθμευσε έξω από το ξενοδοχείο του. «Το ξενοδοχείον με τα 28 δωμάτια». Μα άκου όνομα που βρήκαν να του δώσουν.

Καλησπέρισε τη ιδιοκτήτρια και πριν καλά καλά ζητήσει το κλειδί του δωματίου του, εκείνη πήρε από την ειδική εταζέρα το νο 21 και το ακούμπησε μπροστά του.
Αν μη τι άλλο, η κα Ευδοξία ήξερε τη δουλειά της.
Της χαμογέλασε και ανέβηκε προς το δωμάτιό του. Το ανέβασμα στις σκάλες ήταν η αγαπημένη του γυμναστική.

Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.
Μα τι γίνεται; Τώρα η ταπετσαρία του έδινε την αίσθηση της υποπράσινης απόχρωσης.

-Θα ρωτήσω την κα Ευδοξία, πώς γίνεται αυτό, μονολόγησε.

Έκανε ένα ντους, για να φύγει η αλμύρα από πάνω του, τύλιξε γύρω από τη μέση του την πετσέτα και άνοιξε την τσάντα του.

Το πριζάκι για τη σύνδεση με το διαδίκτυο, του έβαλε την ιδέα να συνδέσει τον υπολογιστή του και να μπει να ρίξει μια ματιά. Ίσως στα mail ή σε κάποιο chat room ενδεχομένως.
Ευτυχώς, στο συρτάρι του τραπεζιού, ανακάλυψε ένα πολύμπριζο. Ήταν ό,τι χρειαζόταν, γιατί δεν ήταν σίγουρος ότι η μπαταρία του φορητού υπολογιστή του, δεν θα τον πρόδιδε.
Το να βρεις τέτοιες πολυτέλειες σε ένα μικρό επαρχιακό ξενοδοχείο, ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Αλλά να που είναι φορές, που η φαντασία, γίνεται πραγματικότητα.

Ο χαρακτηριστικός ήχος του modem, δήλωσε ότι άνοιξε η γραμμή και σε λίγο άρχιζε το σερφάρισμα.
Η σελίδα της εταιρίας ήταν η πρώτη που επισκέφτηκε. Τίποτα το ενδιαφέρον.
Άνοιξε τον messenger, έδωσε όνομα και κωδικό χρήστη, και το κίτρινο χαμόγελο ήταν ήδη ενεργό.
Είχε mail.
Έδωσε την εντολή να το ανοίξει.
Κοίταξε τον αποστολέα.
Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

Ήταν από το εργαστήριο που είχαν απευθυνθεί για το DNA.

Τι να τους έλεγαν άραγε;
Αλλά τι νόημα είχε;

Οι αποφάσεις του, είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται μέσα του.
Η απόδραση, θα γινόταν ρήξη. Τουλάχιστον με τη γυναίκα του.
Αυτή η κωμωδία, ή αυτό το δράμα, έπρεπε να σταματήσει.
Συναισθηματική επαφή μηδέν, επικοινωνία ελάχιστη, ενδιαφέροντα ασύμβατα, στόχοι διαφορετικοί, απόψεις για τη ζωή συγκρουόμενες. Ποιος ο λόγος να συνεχίζεται η φθορά;
Ναι, θα ήτα δύσκολο τουλάχιστον στην αρχή, αλλά είναι σίγουρο ότι εν τέλει θα αποδεικνυόταν το καλύτερο.
Οι πληγωμένοι εγωισμοί, θα έκαναν τις συγκρούσεις εντονότερες και τις συζητήσεις περισσότερο επώδυνες, αλλά κάποτε η λογική θα επικρατούσε.

(συνεχίζεται)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 22, 2006

Το ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 3α post / 1000 λεξεις

Το μικρό ταβερνάκι στην άκρη της πόλης, τους φιλοξένησε με χαρά και η κυρά του μαγαζιού, έβαλε τα δυνατά της στην κουζίνα, για να τους δείξει τα καλούδια που κερνάει ο τόπος της.
Το κόκκινο κρασί, που συνόδεψε το δείπνο, έκανε την ατμόσφαιρα ακόμα πιο φιλική και οικεία.
Χαμηλόφωνες κουβέντες, δυνατά γέλια, κάποιο δάκρυ που κύλησε, έσπρωξαν την ώρα μέχρι τα μεσάνυχτα.
Ώρα να φύγουν.

Ένα ποτό στο μπαρ της πλατείας, εκεί που έγινε η πρώτη τους συνάντηση, των βλεμμάτων τους για την ακρίβεια, ήταν μια καλή συνέχεια της νύχτας.

Δεν σταμάτησαν ούτε στο δεύτερο, ούτε στο τρίτο.
Η καλή διάθεση περίσσευε.
Το δειλό άγγιγμα του χεριού στο ταβερνάκι, μπλέξιμο των δακτύλων των χεριών στη διαδρομή ως το μπαρ, έγινε τρυφερό αγκάλιασμα καθώς ξεκίνησαν την επιστροφή για το ξενοδοχείο τους.

Το δωμάτιο 21 του ξενοδοχείου «Το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια», με την κόκκινο-πορτοκαλί ταπετσαρία στους τοίχους, ήταν ο μοναδικός μάρτυρας της έκρηξης.
Τα σώματα συναντήθηκαν. Οι ψυχές ενώθηκαν. Ήχοι, σχήματα, σκιές γέμισαν το χώρο.
Ο χρόνος έμεινε στάσιμος.

Στα τσαλακωμένα σεντόνια, τα κορμιά, αποκαμωμένα μετά από πραγματική μάχη να βγάλουν από μέσα τους όσα, χρόνια πίεσης και απώθησης, μάζευαν.
Οι ανάσες βαριές, απορημένες από το απρόσμενο της ανείπωτης ηδονής.

Ο χρόνος ξαναβρήκε το βηματισμό του.
Ξημερώματα, η φωνή του κόκορα, φανέρωσε την προσδοκία για το πρώτο φως της μέρας.

-Αχ, πρέπει να φύγω, μουρμούρισε η Σύνθια. Η πρώτη κουβέντα που ακούστηκε μετά από πολλές ώρες.

Ο Κρίτων δεν απάντησε.

-Αύριο, ακούστηκε η φωνή της Σύνθιας λίγο πριν ανοίξει την πόρτα του δωματίου.

Και οι δυο το ήξεραν.
Το αύριο θα ήταν αλλιώς.

-Τι ώρα να είναι; Αναρωτήθηκε όταν άνοιξε τα μάτια του ο Κρίτων.
Το φως της ημέρας που έμπαινε από την μπαλκονόπορτα έδειχνε ότι πρέπει να πλησίαζε μεσημέρι.
Τεντώθηκε και γύρισε το σώμα του μπρούμυτα.
Η λεπτή μυρωδιά από το άρωμα, του έφερε στο μυαλό την εικόνα της Σύνθιας και όσα η νύχτα που πέρασε, του χάρισε.
Το αποφάσισε να εγκαταλείψει το κρεβάτι.
Το νερό του ντους πάνω του, ξύπνησε το κοιμισμένο του κορμί και μαζί τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

Τυλιγμένος με την πετσέτα του μπάνιου, κάθισε στην πολυθρόνα και άπλωσε τα πόδια ρίχνοντας το κεφάλι προς τα πίσω.

-Και τώρα; Μονολόγησε.

Πρωινό Σαββάτου. Ενός Σαββάτου εντελώς διαφορετικού από όσα είχε ζήσει μέχρι τώρα.
Συναισθήματα ανάμικτα.
Ελευθερία και μοναξιά.

-Πώς θα περάσω την ημέρα μου; Ήξερε ότι το αύριο της Σύνθιας ήταν αντίο. Δεν θα μπορούσε να ήταν κι αλλιώς.

Έκλεισε τα μάτια.
Οι εικόνες άλλαξαν.

Δεν είναι μόνο το σήμερα, σκέφτηκε. Είναι και το αύριο και το μεθαύριο η άλλη εβδομάδα. Είναι όλη μου η ζωή από εδώ και μπρος.

Περιέφερε το βλέμμα στο δωμάτιο. Του φάνηκε ότι τα χρώματα των τοίχων είχαν πάρει μια απόχρωση προς το μοβ.

Σίγουρα δεν ήταν της ώρας να σκεφτεί όλες τις συνέπειες, όμως πίσω του είχε αφήσει μια ζωή και έπρεπε να αρχίσει να σκέφτεται αν θα ξανάπιανε το νήμα της, έτσι όπως το είχε αφήσει.
Εντάξει μια απόδραση ήταν. Αλλά προς το παρόν η απόδραση ήταν μόνο από την οικογένειά του. Από την γυναίκα του δηλαδή.

Αναρωτήθηκε, αν θα έχει ανησυχήσει, αν τον ψάχνει.

Δυο χρόνια γάμου και η σχέση του πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.
Από μικροαστική οικογένεια αυτός, φτωχόπαιδο πες καλύτερα, είχε κάνει τεράστιο αγώνα για να ανέβει.
Τίποτα δεν βρήκε έτοιμο.
Κάθε σκαλοπάτι, το ανέβαινε με κόπο και αγώνα.

Η Νένα, η γυναίκα του, αντίθετα τα είχε όλα έτοιμα.
Κόρη της γνωστής οικογένειας των Δημητρίου, μοναδική κληρονόμος της πατρικής περιουσίας, μεγάλωσε μέσα στη χλιδή, θα μπορούσε να πει κανείς.

Το ιδιωτικό σχολείο, οι διακοπές στην Ελβετία το χειμώνα, τα ταξίδια σχεδόν σε όλο τον κόσμο τα καλοκαίρια, της έδιναν τον αέρα της κοσμοπολίτισσας.

Αυτό τον αέρα ή γι αυτόν τον αέρα, την είχε ερωτευτεί.

Γι αυτό τον αέρα την είχε μισήσει.

Ποτέ δεν ξεκαθάρισε μέσα του, αν από την αρχή, αυτό που ένοιωσε ήταν έρωτας ή μίσος για όσα εκείνη είχε πάντοτε απλόχερα και εκείνος πάλευε σπυρί, σπυρί να αποκτήσει.
Η γνωριμία τους, η σχέση τους, ο γάμος τους, ήταν γεγονότα που εκτυλίχτηκαν γρήγορα, τόσο που, τώρα που το σκεφτόταν –όχι για πρώτη φορά- δεν του άφησαν τα περιθώρια να ξεκαθαρίσει τα πραγματικά του συναισθήματα.
Από την αρχή ήταν φανερό ότι καθένας τραβούσε το δικό του δρόμο.
Από την αρχή σχεδόν, κατάλαβαν ότι είχαν κάνει λάθος.
Ποτέ δεν το συζήτησαν, αλλά και ουδεμία αμφιβολία είχαν γι αυτό.
Ο εγωισμός και μόνο δεν τους άφηνε να το παραδεχτούν, ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό να το ομολογήσουν.

Πόσα βράδια δεν είχε μείνει παραπάνω στο γραφείο, γιατί δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι.
Πόσες φορές δεν είχε νοιώσει ανακούφιση που, γυρίζοντας στο σπίτι, η απουσία της Νένας τον ελευθέρωνε από τις ενοχές, τις όποιες ενοχές μπορούσε να έχει, επειδή έμενε μαζί της επειδή «έπρεπε» και όχι γιατί το ήθελε πραγματικά.
Το τελευταίο διάστημα σπάνια άλλαζαν κουβέντα μεταξύ τους, εκτός και αν επρόκειτο για κάποιον από τους καυγάδες τους, που ολοένα γινόντουσαν πιο έντονοι και πιο συχνοί.

Άνοιξε τα μάτια και ανακάθισε στην πολυθρόνα.
Το πήρε απόφαση. Θα κατέβαινε να πιει καφέ και μετά έβλεπε.
Το κινητό θα έμενε κλειστό.

Με αργές κινήσεις ντύθηκε. Δεν βιαζόταν άλλωστε.
Σκέφτηκε να ξεπλύνει λίγο το μαγιό που είχε αγοράσει χτες. Ο ήλιος έξω στο μπαλκόνι θα βοηθούσε να στεγνώσει γρήγορα. Ίσως να πήγαινε κανένα μπάνιο πιο μετά.

Στη ρεσεψιόν η κα Ευδοξία πίσω από τον πάγκο της, παρέλαβε το κλειδί και το τοποθέτησε στην θέση του, επάνω στο ειδικά φτιαγμένο έπιπλο, ενώ τον πληροφόρησε ότι πρωινό δεν μπορούσε να πάρει. Η κουζίνα είχε κλείσει. Αν ήθελε όμως μπορούσε να του φτιάξει καφέ. Ευχαρίστησε ευγενικά και είπε ότι προτιμούσε να πάει κάπου έξω.
-Α, παραλίγο να το ξεχάσω, του είπε η κα Ευδοξία. Αυτό το σημείωμα είναι για σας.Μου το άφησε φεύγοντας η κα Τσιντίδου. Αναγκάστηκε να φύγει πρωί. Να τη συγχωρείτε, λέει. Σας εξηγεί τι συνέβη.

Πήρε το γράμμα από το χέρι της κας Ευδοξίας και το έβαλε αφηρημένα στην τσέπη του. Την ευχαρίστησε και κινήθηκε προς την πόρτα.

Η ζέστη στο δρόμο, του δημιούργησε μια μικρή δυσφορία προς στιγμήν.
(συνεχίζεται)

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2006

To ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 2α post / 1000+ λεξεις

Με τις τσάντες στα χέρια, έκανε ένα μικρό περίπατο στην πόλη.

Όμορφη σε γενικές γραμμές.
Αν και ήταν φανερά τα σημάδια αστικοποίησής της, είχε ακόμα το χρώμα μιας επαρχιακής πόλης με τη δική της ιστορία.
Σίγουρα, αν αύριο το πρωί ήταν ανοιχτά, θα περνούσε μια βόλτα και από την περιοχή με τα αρχαία.

Ένα μπαράκι στη γωνία, θα μπορούσε να τον φιλοξενήσει για ένα ποτό.
Κάθισε, όσο αναπαυτικά μπορούσε στο σκαμπό και παράγγειλε ένα ballantines σκέτο.
Πάντα σκέτο έπινε ό,τι έπινε.
Για να απολαμβάνει τη γεύση, έλεγε. Και καφέ και ποτά, ακόμα και τα ροφήματα!

Το βλέμμα του ταξίδεψε στα γειτονικά κτήρια, τους ανθρώπους που περπατούσαν στα πεζοδρόμια, στους λίγους θαμώνες του μπαρ.

Η κοπέλα με το ξανθό μαλλί, τα διακριτικά βαμμένα μάτια, μια γραμμή απλά να τονίζει το όμορφο σχήμα τους, και τα καλλίγραμμα πόδια, τράβηξε την προσοχή του.
Δεν θα έλεγε ότι ήταν προκλητική. Ούτε πολύ περισσότερο είχε κάτι χυδαίο επάνω της. Ίσα-ίσα.
Παρόλα αυτά, τραβούσε τα βλέμματα.

Είναι η προσωπικότητα, που αποτυπώνεται στις κινήσεις, στη στάση του σώματος, στη καλόγουστη αισθητική στο συνδυασμό των χρωμάτων, που εν τέλει διαφοροποιεί το προκλητικό από το ενδιαφέρον.

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη και των δύο. Κάτι σαν χαιρετισμός μεταξύ δύο ανθρώπων, που δεν είχαν να φοβηθούν κάτι ο ένας από τον άλλο.

Την επόμενη μισή ώρα, συνέχισε να απολαμβάνει το ποτό του.
Κανένα πρόβλημα που το στομάχι του ήταν άδειο. Το ποτό αυτό, εκείνη την ώρα ήταν ό,τι επιθυμούσε.

Οι θαμώνες στο μπαρ είχαν αλλάξει, η νύχτα άρχισε να πέφτει, τα φώτα της πόλης άναψαν, αναδεικνύοντας ομορφιές, που πριν δεν τις είχε παρατηρήσει.
Πλήρωσε το ποτό του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Στις κολώνες και στις προθήκες των καταστημάτων το μάτι του πήρε την αφίσα για το πανηγύρι που την άλλη ημέρα θα γινόταν στο διπλανό χωριό.
Του άρεσε η ιδέα να βρεθεί σ΄ ένα πανηγύρι.

Ήδη είχε φτάσει στο ξενοδοχείο.
Στη ρεσεψιόν τώρα βρισκόταν μια γυναίκα. Σίγουρα η κα Ευδοξία σκέφτηκε. Δεν έκανε λάθος.
-Καλησπέρα σας, είπε, το κλειδί του εικοσιένα παρακαλώ.
-Καλώς μας ήλθατε, του χαμογέλασε η κυρία Ευδοξία. Πώς ήταν η βόλτα σας;
-Καλώς σας βρήκα. Όμορφα. Όμορφη και η πόλη. Δεν πρόλαβα να τη δω όλη βέβαια, αλλά από όσο είδα, έχει τις ομορφιές της.

Αντάλλαξαν χαμόγελα και συνέχισε προς τη σκάλα που οδηγούσε στο πάνω όροφο, που ήταν το δωμάτιό του.

Ανοίγοντας την πόρτα και το φως, του έκαναν εντύπωση οι αποχρώσεις του δωματίου. Κάτι σαν πορτοκαλί του έμοιαζε να είναι η ταπετσαρία. Είχε την εντύπωση όμως ότι νωρίς το απόγευμα που έφτασε, το χρώμα της ήταν σκληρό κίτρινο.
Δεν έδωσε άλλη σημασία.

Βγήκε στο μπαλκόνι και άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί πάνω απ΄ τα σπίτια της πόλης.
Άλλα χρώματα τώρα. Το σκοτάδι και τα φώτα που άναβαν, έδιναν μονομιάς την αίσθηση ότι βρισκότανε αλλού.
Ήδη κόντευε να ξεχάσει πού ήταν μερικές ώρες πριν.

-Για δες, μονολόγησε, σαν να έκλεισε ο διακόπτης και εξαφανίστηκαν όλα από την οθόνη του μυαλού μου.
Η ματιά του έπεσε στο σιωπηλό κινητό του τηλέφωνο.
Προς στιγμή σκέφτηκε να το ανοίξει.
Το απέρριψε.
Άστο εκεί να κάθεται σιωπηλό. Φτάνει που με «μαρτυράει» με τους παλμούς που στέλνει. Ας μη με φέρει πίσω, εκεί από όπου έφυγα.

Έβγαλε τα ρούχα που φορούσε και φόρεσε αυτά που μόλις είχε αγοράσει.
Μια χαρά του ήρθαν κι ας μην ήταν το καλύτερό του να κάνει μόνος του τα ψώνια του.

Άνοιξε λίγο την τηλεόραση.
Οι πυρκαγιές ήδη είχαν αρχίσει να κατακαίνε δάση και κατοικημένες περιοχές.
Ένα έγκλημα που αναζητούσε το δολοφόνο, οι διαξιφισμοί μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Αυτόν πάντως δεν τον αναζητούσε κανείς.

Κάτι το χαλάρωμα, κάτι το ποτό που ήπιε νωρίτερα, κάτι η ώρα που πέρασε, ένοιωσε το στομάχι του να του επισημαίνει ότι κάτι στερεό θα έπρεπε να του βάλει.

Δεν ήταν κακή ιδέα.
Σκέφτηκε να ρωτήσει την κυρία Ευδοξία, αν είχε να του προτείνει κάπου για φαΐ.
Ετοιμάστηκε να βγει.

Δίπλα από το τηλέφωνο του δωματίου, είδε το πριζάκι για σύνδεση με το διαδίκτυο.
Εντυπωσιάστηκε. Δεν το περίμενε ότι σ’ ένα τέτοιο ξενοδοχείο, θα είχε και τέτοιες παροχές. Του άρεσε που η τεχνολογία είχε φτάσει μέχρι εδώ.
Έσβησε τα φώτα και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ίσως όταν επέστρεφε, να έκανε χρήση του διαδικτύου, για να δει αν υπήρχε κανένα μήνυμα.

Στο σαλονάκι, μπροστά από τη ρεσεψιόν, ήταν καθισμένοι ένα δυο πελάτες. Δεν έδωσε σημασία και προχωρώντας ακούμπησε το κλειδί στον πάγκο.
Ο ήχος του γέλιου που άκουσε, του φάνηκε γνώριμος.
Γύρισε το κεφάλι ασυναίσθητα και τα μάτια του αντάμωσαν τα μάτια, που είχε νωρίτερα δει στο μπαρ της πλατείας.

Τούτη τη φορά το χαμόγελο και από τις δυο πλευρές, ήταν πλατύτερο.
Σαν χαμόγελο αναγνώρισης ήδη γνωστών, από καιρό.

Βλέποντάς την να κλείνει το κινητό της, που μέχρι εκείνη τη στιγμή μιλούσε, πλησίασε και απλώνοντας το χέρι συστήθηκε.
-Κρίτων Ντατσόπουλος.
-Σύνθια Τσιντίδου, ακούστηκε η κοντράλτα φωνή, που τόσο πήγαινε με το όλο παρουσιαστικό.
-Εδώ μένετε κι εσείς;
-Ήρθα για το τριήμερο. Να πάρω μια ανάσα από την πίεση της πρωτεύουσας.
-Τι σύμπτωση. Κι εγώ το ίδιο. Μόνη είστε;
-Ναι μόνη. Δηλαδή περιμένω κάποιους φίλους, αλλά προς το παρόν μόνη.

Η πρόσκληση ήταν σαφής.

-Να σας κάνω λίγο παρέα; Έτσι κι αλλιώς και εγώ μόνος είμαι και ξέρω ελάχιστα από την περιοχή. Αν εσείς ξέρετε περισσότερα, και δεν σας ενοχλώ βεβαίως, θα μπορούσαμε να πάμε κάπου να τσιμπήσουμε κάτι, και να μου πείτε για τα αξιοθέατα.
-Δεν έχω καμιά αντίρρηση. Άλλωστε για απόψε τουλάχιστον κι εγώ μόνη θα είμαι. Οι φίλοι που περιμένω, θα φτάσουν αύριο το πρωί.
-Πολύ ωραία τότε, μπορούμε να πάμε όπου θέλετε.

Κατέβηκαν τα σκαλοπάτια και βρέθηκαν στο δρόμο.

Η νύχτα, φωτισμένη από τα φώτα του δρόμου και των σπιτιών, έμοιαζε χαρούμενη.
Η κίνηση στους δρόμους είχε ζωηρέψει, όπως και όλη η πόλη άλλωστε, από τους εκδρομείς του τριημέρου, που είχαν ήδη καταφτάσει.

Λίγο περπάτημα, μέσα στη δροσιά της νύχτας, κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, κουβέντες πιο προσωπικές για τον αγώνα της καθημερινότητας, κουβέντες για τα άγχη και τα προσωπικά αδιέξοδα.

Η προσπάθειά του να ξεπερνάει τον πήχυ που ο ίδιος έβαζε ολοένα ψηλότερα, η προσπάθειά της να αναγνωρισθεί από το άλλο φύλο η δουλειά της.
(συνεχίζεται)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20, 2006

To ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 1α post / 1000 λεξεις

Επιτέλους έφτασε στο ξενοδοχείο.

Είχε κλείσει δωμάτιο κυριολεκτικά εν κινήσει.

Το τηλέφωνο της κυρίας Ευδοξίας του το έδωσε από το γραφείο η συνάδελφος που έμεινε πρόσφατα εκεί και είχε μείνει κατενθουσιασμένη.

Από το κινητό έκανε τις συνεννοήσεις και με τη βοήθεια του χάρτη που είχε μόνιμα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου, δεν δυσκολεύτηκε να το βρει.

Η αλήθεια είναι ότι παραλίγο να μπλεχτεί και να πάει στο άλλο ξενοδοχείο, του ανταγωνιστή. Ήταν βλέπεις οι πινακίδες στο δρόμο και οι πιτσιρικάδες που, δασκαλεμένοι έστελναν τον κόσμο αλλού.

Μα και το όνομα του ξενοδοχείου του είχε φανεί παράξενο.

Άκου «το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια»…
Όμως τώρα, βρισκόταν ήδη μπροστά στην είσοδο με την τσάντα στο χέρι.
Είχε πάρει μαζί του τα απολύτως απαραίτητα.

Στην πραγματικότητα δεν είχε πάρει τίποτα μαζί του!!!

Στην τσάντα του είχε το πορτοφόλι, τον μικρό φορητό υπολογιστή του, δυο φακέλλους με υπηρεσιακά έγγραφα, και αυτά μόνο.

Τώρα που το ξανασκεφτότανε αυτό που έκανε, ο καθένας θα το χαρακτήριζε απόδραση. Ναι αυτό ήταν μια κανονική απόδραση.

Μπήκε μέσα στο ξενοδοχείο.

Ο κύριος που καθόταν στην ρεσεψιόν τον κοίταξε λίγο παράξενα. Ή του φάνηκε ότι τον κοίταξε παράξενα.

-Κρίτων Ντατσόπουλος, είπε. Έχω κλείσει δωμάτιο.
-Καλώς ήλθατε κύριε Ντατσόπουλε. Πώς ναι, ναι. Βέβαια σας περιμέναμε. Είχατε καλό ταξίδι;
-Ναι, ευχαριστώ.
-Παρακαλώ μπορώ να έχω την ταυτότητά σας;
-Φυσικά.

Έβγαλε το πορτοφόλι από την τσάντα του και την παρέδωσε στον ρεσεψιονίστ.

-Σας έχουμε κρατήσει το δωμάτιο 21. Πολύ όμορφο θα περάσετε πολύ καλά. Η κυρία Ευδοξία ζητά να τη συγχωρήσετε, κάτι της έτυχε. Θα επιστρέψει γρήγορα.

Ο κύριος Χρήστος, έμαθε αργότερα ότι τον λέγανε Χρήστο, πήρε από την ειδική ξύλινη θέση το κλειδί και του το έδωσε.

-Έχετε αποσκευές; Να σας βοηθήσω; Προσφέρθηκε.
-Όχι, μόνο αυτή την τσάντα έχω. Παρακαλώ μήπως υπάρχει κάποιος οδηγός της πόλης;

Η ερώτηση, μάλλον ξάφνιασε τον Χρήστο. Οδηγό της πόλης; Τι είναι αυτό; Μια σπιθαμή τόπος ήταν, τι οδηγός να υπάρχει.

Για τα αρχαία βέβαια υπήρχαν κάποιες εκδόσεις από το τοπικό αρχαιολογικό συμβούλιο, αλλά αυτό δεν ήταν οδηγός. Ιστορία ήταν.
-Όχι κύριε δεν υπάρχει, αλλά για ό,τι χρειαστείτε εμείς είμαστε εδώ.
Ο Κρίτων του χαμογέλασε, πήρε το κλειδί και κατευθύνθηκε προς την σκάλα.

Σε λίγα λεπτά άνοιγε την πόρτα του δωματίου.

Συμπαθητικό δωμάτιο, χωρίς κάτι ιδιαίτερο είχε όλα τα απαραίτητα για μια άνετη ολιγοήμερη διαμονή.
Προχώρησε προς την μεγάλη μπαλκονόπορτα και την άνοιξε.
Κοίταξε για λίγο τη θέα μπροστά του, αλλά το μυαλό του, είναι η αλήθεια, έτρεχε αλλού.

Την χρειαζόταν αυτή την απόδραση.

Σπίτι δουλειά σπίτι το καθημερινό του πρόγραμμα απαράλλαχτο. Άντε μια στο τόσο το μεσημεριανό γεύμα να γινόταν σε κάποιο από τα μεζεδοπωλεία της περιοχής.
Πάντα στο δρόμο σπίτι δουλειά σπίτι. Σαν να κινιόταν πάνω σε ράγες του τραίνου η ζωή του.

Τελικά το αποφάσισε.

Σήμερα το μεσημέρι, καθισμένος στο γραφείο του και αφού έκλεισε το τηλέφωνο που από το πρωί κουδούνιζε ασταμάτητα, έκανε το απλό.
Κατέβασε το ακουστικό.
Έκλεισε τα πάντα, πήρε τους δυο φακέλους παραμάσχαλα, έβαλε τον υπολογιστή του στην τσάντα του και έφυγε.

Έτσι απλά, έφυγε.

Τώρα, μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα, με το βλέμμα να τρέχει στον ορίζοντα, άφησε το μυαλό του να τρέχει στα δικά του λιβάδια.

Δυο χρόνια παντρεμένος, νυμφευμένος πιο σωστά, οι γυναίκες παντρεύονται, δυο χρόνια συζευγμένοι και δεν είχαν καταφέρει να πάρουν μια ανάσα οι δυο τους.

Αλλά και τι; Γάμος ήταν αυτός;
Οι συγκρούσεις άρχισαν από την πρώτη στιγμή.
Στη βδομάδα επάνω κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος !
Ναι, στην βδομάδα. Τόσο γρήγορα.
Στην πραγματικότητα το ήξερε από την αρχή. Πριν από το γάμο. Να το παραδεχτεί δεν ήθελε.
Και μέχρι τώρα, αυτός ο εγωισμός τον κρατούσε.
Η σημερινή φυγή, αυτή η απόδραση το ένιωθε το καταλάβαινε, μια έκρηξη ήταν.
Τι θα έλεγε στην επιστροφή; Αλλά τι ερώτηση ήταν αυτή; Θα επέστρεφε;

Σίγουρα δεν έφυγε για πάντα. Ή τουλάχιστον δεν είχε αυτό κατά νου. Αλλά ήταν πολύ νωρίς να σχεδιάζει και την επιστροφή.
Έβγαλε τα παπούτσια και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Έτσι όπως ήταν με τα ρούχα.
Έκλεισε τα μάτια.
Το κινητό. Η μόνη επαφή του με την μέχρι πριν τρεις ώρες ζωή του ήταν το κινητό.
Ήρεμα σηκώθηκε από το κρεβάτι και το έκλεισε.
Θα το άνοιγε κάποια στιγμή. Τώρα ήταν η τελευταία πόρτα που το συνέδεε με την καθημερινότητά του και απλά την έκλεισε κι αυτήν.

Χαμογέλασε στην ιδέα ότι μπορεί να άρχισε να τον ψάχνει η .. Νικολουδάκη από την εκπομπή της.
Γύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε. Είχε καιρό να αποφασίσει τι θα κάνει

Αργά το απόγευμα, καθώς ο ήλιος ήδη είχε κρυφτεί πίσω απ’ το απέναντι βουνό, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε την ώρα.
Παρασκευή απόγευμα, καλοκαιράκι, η ώρα είχε πάει σχεδόν οκτώ.
Θυμήθηκε ότι δεν είχε φάει για μεσημέρι. Αργά να το κάνει τώρα, νωρίς να πάει για το δείπνο.

Σηκώθηκε και πήγε προς το μπάνιο.
Ένα ντους ήταν ό,τι του χρειαζόταν τώρα.
Έβγαλε τα ρούχα του και μπήκε κάτω απ’ τη ντουζιέρα.
Το δροσερό νερό ενεργοποίησε τα κύτταρα του κορμιού του.
Σκουπίστηκε με τη χνουδάτη πετσέτα και τότε ανακάλυψε ότι δεν είχε ρούχα να αλλάξει.
Λεπτομέρειες σκέφτηκε. Θα έβρισκε λύση σ’ αυτό το πρόβλημα επισκεπτόμενος την αγορά της πόλης. Ο Χρήστος κάτω, θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει.

Φόρεσε τα ρούχα που είχε βγάλει πριν, τακτοποίησε στην ντουλάπα την τσάντα του, βάζοντας στην τσέπη του το πορτοφόλι του, πήρε το κλειδί στο χέρι και αποφασιστικά άνοιξε την πόρτα του δωματίου.

Όπως το είχε φανταστεί, η ιδιοκτήτρια τους ξενοδοχείου δεν είχε φανεί ακόμα. Ο Χρήστος τον υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο και δεν είχε καμιά αντίρρηση να του δώσει όσες πληροφορίες χρειαζόταν, για την πόλη και πού θα μπορούσε να βρει αυτά που ήθελε.
Άφησε το κλειδί στη ρεσεψιόν και βγήκε στο δρόμο.

Πίσω στο δωμάτιο 21 του ξενοδοχείου … «το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια» είχε αφήσει μέσα στο δωμάτιο κλεισμένα τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Γυρίζοντας το βράδυ, θα αποφάσιζε τι θα έκανε με αυτά, τι θα έκανε με το αύριο.

Πέρασε από το κατάστημα των ρούχων που του υπέδειξε ο Χρήστος και αγόρασε ένα τζην, δυο τι σερτ, μαγιω ,σαγιονάρες και εσώρουχα.
Δεν παρέλειψε οδοντόκρεμα και οδοντόβουρτσα.
(συνεχίζεται)