Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2006

To ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 11 post / 1000 λεξεις

Το πιο ευάερο και ευήλιο δωμάτιο ήταν αυτό με το νούμερο 26. Όντας στον δεύτερο όροφο οι κορυφές των πεύκων που περιτριγυρίζαν το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια δεν φτάνανε για να του κρύψουν τον ήλιο και έτσι λουζόταν με φως καθόλη την διάρκεια της ημέρας. Το πρωί έμπαιναν οι αχτίδες του ηλίου από την μια μπαλκονόπορτα και από το απόγευμα από την άλλη. Κανονικά σε ένα τέτοιο δωμάτιο θα έπρεπε να μένουν αυτοί που έχουν στερηθεί τον ήλιο ή εκείνοι που δεν τους αρκεί όσο και να τον έχουν. Λογικά θα του πήγαινε να είχε επισκέπτες από την Σκανδιναβία ή άλλους Βορειοευρωπαίους αλλά πότε λειτούργησε η λογική κατά την επιλογή των δωμάτιων στο ξενοδοχείο, για να συμβεί και για το νούμερο 26;

Η κα Ευδοξία είχε προσέξει πως ήταν καλύτερα να βάζει άτομα που ασχολούνταν με το ίντερνετ και τους υπολογιστές. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτήν της την αίσθηση, αφού σε όλα τα δωμάτια υπήρχε επιπρόσθετη μπρίζα για να συνδέσει κανείς τον υπολογιστή του με το δίκτυο, όποτε εξίσου καλά και εύκολα θα μπορούσε ο επισκέπτης του 14 ή αυτός του 24 να συνδεθεί με το ίντερνετ. Παρόλα αυτά είχε παρατηρήσει πως σε κανένα από τα άλλα δωμάτια δεν χρησιμοποιείτο αυτή η μπρίζα του τηλεφώνου, ακριβώς όπως δεν βγήκε το καφέ πολύμπριζο σε κανένα από τα άλλα δωμάτια από το συρτάρι του κομοδίνου, όπου ήταν αφημένο για κάθε ενδεχόμενο.

"Να πάρει, πάλι μ΄έκοψε τη γραμμή", έβρισε αγανακτισμένη η γριούλα με τα συμπαθητικά μάτια και σηκώθηκε στο κάθισμά της από την ανησυχία. Από τότε που της έφερε τα πράγματα ο Χρήστος στο δωμάτιο, πριν από 6 ώρες, δεν είχε κάνει τίποτε άλλο παρά να βγάλει από την τσάντα της το laptop, να το συνδέσει με το δίκτυο του ρεύματος και του τηλεφώνου και να κοιτά τις τιμές των μετοχών στο χρηματιστήριο. Ένα παράθυρο για Νέα Υόρκη, άλλο για Φρανκφούρτη, άλλο για Τόκιο, Λονδίνο και φυσικά Αθήνα. Είχε ενεργοποιήσει και RSS έτσι ώστε να ενημερώνεται συνεχεία τα περιεχόμενά τους από μόνα τους, χωρίς να χρειάζεται την οποιαδήποτε επιπρόσθετη ενέργεια εκ μέρους της.

Όποιος και να την έβλεπε θα αναρωτιόταν τι ζητά στα χρηματιστήρια γρια γυναίκα, αλλά δεν θα μπορούσε παρά να θαυμάσει την ευχέρεια με την οποία χειριζόταν τον υπολογιστή. Δεν είχε επιπρόσθετο ποντίκι όμως ακόμα και με το touchpad μετακινούσε πάντα πολύ σίγουρα και γρήγορα το βελάκι σε εκείνη ακριβώς την θέση της οθόνης που ήθελε χωρίς λάθη και επιπρόσθετες διορθώσεις.
Τον υπολογιστή τον είχε αγοράσει πρόσφατα, του πήρε και μια κάρτα για να έχει πρόσβαση στο Internet αν δεν υπήρχε τρόπος σύνδεσης με καλώδια στο τηλεφωνικό δίκτυο, του έβαλε και ένα πρόγραμμα για να μην κολλά ιούς και από τότε που την χάνεις που την βρίσκεις πάνω στο laptop την βρίσκεις να κοιτά τις μετοχές.
Τον υπολογιστή δεν τον πήρε για τίποτε άλλο, παρά για να μπορεί να έχει γρήγορη και πλήρη πρόσβαση στα δεδομένα του χρηματιστηρίου. Είχε αρχίσει εξίσου πρόσφατα να παίζει με τις μετοχές, αγόραζε στην Φρανκφούρτη, πουλούσε στο Τόκιο, ξανααγόραζε στην Αθήνα και ξαναμαναπουλούσε στο Λονδίνο. Σίγουρα, δεν αγόραζε και πούλαγε τις ίδιες μετοχές, άλλες είχε εδώ, άλλες εκεί. Από τότε που πέθανε ο άνδρας της, "ο Θεός να αναπαύει την ψυχούλα του", έλεγε και ξανάλεγε σε οποίον την ρωτούσε, άρχισε να ενδιαφέρεται για τα οικονομικά. Μέχρι τότε όλα εκείνος τα κανόνιζε. Tην εφορία, την τράπεζα, την επιχείρηση. Δεν την είχε αφήσει εκείνη ποτέ να ασχοληθεί. "Άσε τζιγιέρι μου", της έλεγε, "ας΄τα για τους άντρες, εσύ πήγαινε να αγοράσεις ρούχα, ντύσου, στολίσου, δεν είναι αυτά για το όμορφό σου το μυαλουδάκι." Έτσι της έλεγε, και έτσι τα είχανε χωρίσει όλα αυτά τα χρόνια και είχαν αποκτήσει ιδιαίτερες ικανότητες ο καθένας στον τομέα του. Εκείνος στα οικονομικά και εκείνη στην ομορφιά.

Όμως τώρα με τόση περιουσία και κανένα Χαράλαμπο να την διαχειρίζεται έπρεπε ή να ασχοληθεί εκείνη ή να βάλει κάποιον άλλο να ασχολείται. Η γριούλα του δωματίου νούμερο 26 δεν ήταν μόνον κάποτε όμορφη πριν ρυτιδιάσει, όχι, ήταν και έξυπνη. Και αυτό δεν χάνεται με τα χρόνια, όσες ρυτίδες και να αποκτούσε, το μυαλό δεν το είχε χάσει. "Ακόμα" υπενθύμιζε στον εαυτό της, γιατί ήξερε ότι και αυτό θα χανόταν αν σταματούσε κάποτε να το χρησιμοποιεί. Αλλά πέρα από όλα αυτά ήταν τσιγκούνα. Αν βρισκόταν ένας διαχειριστής για την περιούσια που να μην ζήτα για τις υπηρεσίες του πληρωμή, γιατί όχι να τον έβαζε, αλλά δεν είχε καμιά διάθεση και πληρώνει μισθό σε ένα ξένο άνθρωπο για πράγματα που θα μπορούσε και εκείνη κάλλιστα να κάνει. Το έβαλε λοιπόν αμέπον αμ έργον στόχο να μάθει να μεταχειρίζεται τα χρήματα. Πήγε στην τράπεζα της, τους εξήγησε την κατάσταση, την ενημέρωσαν για όλες τις πιθανότητες, νομικές και οικονομικές παγίδες, προθεσμίες και όρια έτσι ώστε τα κέρδη της από τόκους ή αγορές/πωλήσεις μετοχών να μένουν αφορολόγητα. Η κοπελιά στην τράπεζα ήταν τόσο εξυπηρετική, μάλλον ξαφνιάστηκε από το ενδιαφέρον και την πρόθεσή της να αρχίσει στα 70 της τις συναλλαγές με τα χρηματιστήρια αλλά διέκρινε στα μάτια της κάτι που της έδινε την πεποίθηση ότι ναι, αυτή η γριούλα είχε οξυδέρκεια. Την συμβούλεψε πως να αγοράζει μονή της τις μετοχές, πως να διακρίνει την στιγμή που να πουλάει, ποιες μετοχές αλληλοεπηρεάζονται, και να που η γριούλα με το laptop στα γόνατα, να το μετακινεί στο δωμάτιο για να αποφύγει τον καθρέφτισμα του ήλιου στην οθόνη του να κινείται σαν στο σπίτι της σε 5 χρηματιστήρια ανα τον κόσμο.

Σημείωσε στο μπλοκάκι της μια τιμή από την Νέα Υόρκη, της φάνηκε ενδιαφέρουσα, γιατί είχε διαβάσει κάτι σχετικό στο "The Wall Sreet Journal". Είχε αρχίσει να παρακολουθεί αυτήν την εταιρία από τότε που είχε διαβάσει σε ένα ένθετο των "Financial Times" ότι ήταν μια από τις νέες παρουσίες του κλάδου της και με μεγάλο περιθώριο ανάπτυξης. Κοίταξε το παράθυρο του Τόκιο.
"Τρία, δυο, ένα", μέτρησε δυνατά, πριν πατήσει το κουμπί πώλησης στην ανάλογη σελίδα. Ο υπολογιστής όμως ακριβώς εκείνη την στιγμή έχασε την σύνδεση με το δίκτυο.

Όταν ξαναμπήκε στο ίντερνετ οι μετοχές είχαν πέσει στο ένα εκατοστό της τιμής τους και η γριούλα στο πάτωμα από συγκοπή καρδίας.