"Λυπάμαι, δεν είχατε κανένα μήνυμα"
"Όχι, όχι δεν εννοώ αυτό, μήπως ήταν κανείς στο δωμάτιό μου;"
"Δεν πήγα να σας φτιάξω το κρεβάτι, όπως μου ζητήσατε. Γιατί ρωτάτε; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το δωμάτιό σας;"
"Δεν είναι αυτό... Είδα τις προάλλες κάποιον να ανεβοκατεβαίνει τον δρόμο και να κοιτώ προς το ξενοδοχείο, μήπως πρέπει να φωνάξουμε την αστυνομία;"
"Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείτε. Στο ξενοδοχείο μας είστε απόλυτα ασφαλής από ξένους" προσπάθησε να καθησυχάσει η κα Ευδοξία με το χαρακτηριστικό της χαμόγελο.
Δεν ένιωθε άβολα με την απάντηση που έδωσε στον επισκέπτη του δωματίου με το νούμερο 7. Δεν ήταν ψέματα, δεν προερχόταν από τους ξένους ο κίνδυνος στο ξενοδοχείο, ήταν τα ίδια τα δωμάτια που μερικές φορές υπερβάλαν με την έκφραση της αντιπάθειάς τους.
Η κα Ευδοξία ήταν οπαδός της φυσικής επιλογής. Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία επιβιώνει μόνον εκείνος ο οποίος μπορεί να προσαρμόζεται στις εκάστοτε καταστάσεις. Δεν είναι απαραίτητο να είναι υγιής ή ιδιαίτερα έξυπνος, αρκεί να είχε αυτήν την ικανότητα που είναι απαραίτητη για να αντιπαρασταθεί στις δυσκολίες της επόμενης εξελικτικής περιόδου. Δεν είχε κατά την γνώμη της νόημα να είναι κανείς εξειδικευμένος σε ένα τομέα, χρειαζόταν ευελιξία και έπρεπε να ξέρει να αλλάζει την συμπεριφορά του ανάλογα με τις καταστάσεις. Δεν ένιωθε συμπάθια για τους στάσιμους ανθρώπους, ούτε για αυτούς που δεν τα καταφέρνανε να "τα βρούνε" με τα δωμάτιά τους.
Ο κύριος του δωματίου 7 ήταν ένας περίεργος επισκέπτης και δεν μπορούσε να λείπει σε ένα τόσο δημοκρατικό χώρο όπως αυτόν του ξενοδοχείου της. Ντυμένος στα μαύρα, με την καπαρντίνα και το καπέλο, θύμιζε τον Humphrey Bogard στο ρόλο του ντέτεκτιβ Philip Marlow. Κρυμμένος στα ρούχα του, με σηκωμένα τα πέτα κυκλοφορούσε μόνον τα βράδια και σε κάθε στροφή του δρόμου γύρναγε να ελέγξει μήπως κάποιος τον παρακολουθεί. Την μέρα την έβγαζε πίσω από τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας, να παρατηρεί τους περαστικούς και να σημειώνει στο μπλοκάκι του αριθμούς κυκλοφορίας, μοντέλα αυτοκινήτων, περιγραφές ανθρώπων που στάθηκαν περισσότερο από 1 λεπτό στο προαύλιο της εκκλησίας, ατόμων που χρειάστηκαν πάνω από 10 λεπτά πίνοντας τον ελληνικό καφέ στο γειτονικό καφενείο ο Αρίστος. Η κα Ευδοξία δεν τολμούσε να του αναφέρει ούτε το παραμικρό μήνυμα.
Ήθελε δεν ήθελε βλέποντας τόσους ανθρώπους να περνάνε κάθε μέρα μπροστά από το γκισέ της στην ρεσεψιόν, είχε αποκτήσει ικανότητες ψυχολογίας. Δεν ήταν όμως και μεγάλο κατόρθωμα να αναγνωρίσει την μανία καταδίωξης από την οποία έπασχε ο κύριος του 7. Δεν σήκωνε ποτέ το τηλέφωνo του δωματίου του. Όταν ζητούσε να του φέρουν ένα τοστ για να τσιμπήσει, της έλεγε πως ακριβώς να χτυπήσει συνθηματικά την πόρτα, γιατί αν δεν την αναγνώριζε στον χτύπο δεν θα της άνοιγε. Είχε ένα κινητό, αλλά ποτέ δεν χτύπαγε, έστελνε όλα τα τηλεφωνήματα κατευθείαν στο mailbox. To ήξερε η κα Ευδοξία γιατί μια φορά είχε έρθει η αδερφή του να τον δει, και αφού δεν απάντησε στο τηλέφωνο, ούτε άνοιξε την πόρτα του δωματίου του, παρόλο που ήταν σίγουρο ότι βρισκόταν μέσα, τον πήρε ως τελευταία λύση στο κινητό. Η αδερφή που περίμενε τουλάχιστον 40 λεπτά μέχρι να κατεβεί εισέπραξε αντί για καλωσόρισμα ένα ενοχλημένο "ποιός σου είπε ότι βρίσκομαι εδώ;".
Το αυτοκίνητό του, επίτηδες σε χρώμα γκρι για να μη πέφτει στο μάτι, το πάρκαρε ένα με δυο τετράγωνα μακριά, για να μην ξέρει κάνεις ότι βρισκόταν εκεί. Δεν τηλεφωνούσε ποτέ από το δωμάτιο έκτος στην ρεσεψιόν όταν χρειαζόταν κάτι για φαγητό, γιατί φοβόταν ότι θα βλέπανε το νούμερο του τηλέφωνου από οπού καλούσε. Η επιβεβαιώσεις της κας Ευδοξίας, ότι το τηλεφωνικό δίκτυο και ο διανομέας των κλήσεων της κωμόπολης ήταν ακόμα τόσο παλαιός που δεν επέτρεπε την μεταφορά τέτοιων πληροφοριών, δεν τον έπειθε και δεν είχε διάθεση να ρισκάρει να μάθαιναν οι άλλοι το τόπο της παραμονής του.
Όταν λοιπόν πριν δυο μέρες ήρθε ένας άσπρος φάκελος σε μέγεθος DINA4 με το όνομά του και την διεύθυνση του ξενοδοχείου, η κα Ευδοξία δίστασε να το βάλει στην αντίστοιχη θέση της κατασκευής όπου άφηναν τα σημειώματα και τα κλειδιά του εκάστοτε δωματίου. Ήταν σίγουρη με το που είδε τον μεγάλο φάκελο για την αρνητική αντίδραση του επισκέπτη της. Τι να έκανε όμως; Έπρεπε να του τον δώσει. Μάλλον θα ήταν σημαντικό το περιεχόμενό του, αλλιώς θα τον έστελναν στην προσωπική του διεύθυνση. Σκέφτηκε να τον έβαζε στον χαρτοφύλακα, κάποια στιγμή ενδιάμεσα, όσο τρώει το πρωινό, αλλά δεν είχε χαρτοφύλακα μαζί του. Να του τον πέταγε στο μπαλκόνι, όμως φοβόταν ότι θα τον έπαιρνε ο αέρας ενδιάμεσα από τα κάγκελα που βρισκόντουσαν μπροστά στην μπαλκονόπορτα των δωματίων του ισόγειου. Πριν μια ώρα είχε την φαεινή ιδέα να τον βάλει στο συρτάρι του κομοδίνου. Δεν ήθελε να είναι εκείνη μπροστά όταν θα τον άνοιγε, ήταν δικιά του υπόθεση, εκείνη είχε πλέον κάνει το καθήκον της, ο φάκελος ήταν στο δωμάτιο.
Ο κύριος του 7 τον βρήκε εκτελώντας την καθημερινή εξονυχιστική έρευνα του δωματίου για κοριούς αφού επέστεψε από το πρωινό. Είχε προσέξει τον νεαρό του πλαγινού τραπεζιού στην γωνία δίπλα στο μπουφέ που σηκώθηκε και έφυγε, μόλις τον είδε να μπαίνει στην τραπεζαρία. 8 λεπτά αργότερα επέστρεψε. Ήτανε σίγουρος ότι χρησιμοποίησε τον χρόνο για να ψάξει τα πράγματα του αλλά ότι θα άφηνε ένα φάκελο, δεν είχε περάσει από το μυαλό του ούτε εν διανοία.
Τον ζύγιασε στα χέρια του, ελαφρύς του φάνηκε. Τον ταρακούνησε, δεν άκουσε τίποτε. Τον άνοιξε προσεκτικά με ένα χαρτοκόπτη και κοίταξε μέσα. Ήταν μια φωτογραφία με την μπροστινή πλευρά της προς τα κάτω. Ένιωσε το αίμα να τρέχει ζεστό στα μηνίγγιά του, "με βρήκαν" σκέφτηκε, "πάει τελείωσε το παιχνίδι".
Γύρισε σιγά τον φάκελο και έβγαλε την φωτογραφία ακόμα πιο αργά κρατώντας τα μάτια του ερμητικά κλειστά. Δεν ήταν ακόμα σε θέση να αντιμετωπίσει την αλήθεια. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, την κράτησε λίγα δευτερόλεπτα πριν αδειάσει το περιεχόμενο των πνευμόνων με μια παρατεταμένη εκπνοή.
Μάζεψε όλο του το θάρρος, άνοιξε τα μάτια και είδε σε μια κιτρινιασμένη φωτογραφία τον εαυτό του 40 χρόνια μάλλον αργότερα στην ίδια ακριβώς στάση, μπροστά στο ανοιχτό συρτάρι του κομοδίνου να κοίτα μια κιτρινισμένη φωτογραφία στα χέρια του.