Με τις τσάντες στα χέρια, έκανε ένα μικρό περίπατο στην πόλη.
Όμορφη σε γενικές γραμμές.
Αν και ήταν φανερά τα σημάδια αστικοποίησής της, είχε ακόμα το χρώμα μιας επαρχιακής πόλης με τη δική της ιστορία.
Σίγουρα, αν αύριο το πρωί ήταν ανοιχτά, θα περνούσε μια βόλτα και από την περιοχή με τα αρχαία.
Ένα μπαράκι στη γωνία, θα μπορούσε να τον φιλοξενήσει για ένα ποτό.
Κάθισε, όσο αναπαυτικά μπορούσε στο σκαμπό και παράγγειλε ένα ballantine’s σκέτο.
Πάντα σκέτο έπινε ό,τι έπινε.
Για να απολαμβάνει τη γεύση, έλεγε. Και καφέ και ποτά, ακόμα και τα ροφήματα!
Το βλέμμα του ταξίδεψε στα γειτονικά κτήρια, τους ανθρώπους που περπατούσαν στα πεζοδρόμια, στους λίγους θαμώνες του μπαρ.
Η κοπέλα με το ξανθό μαλλί, τα διακριτικά βαμμένα μάτια, μια γραμμή απλά να τονίζει το όμορφο σχήμα τους, και τα καλλίγραμμα πόδια, τράβηξε την προσοχή του.
Δεν θα έλεγε ότι ήταν προκλητική. Ούτε πολύ περισσότερο είχε κάτι χυδαίο επάνω της. Ίσα-ίσα.
Παρόλα αυτά, τραβούσε τα βλέμματα.
Είναι η προσωπικότητα, που αποτυπώνεται στις κινήσεις, στη στάση του σώματος, στη καλόγουστη αισθητική στο συνδυασμό των χρωμάτων, που εν τέλει διαφοροποιεί το προκλητικό από το ενδιαφέρον.
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη και των δύο. Κάτι σαν χαιρετισμός μεταξύ δύο ανθρώπων, που δεν είχαν να φοβηθούν κάτι ο ένας από τον άλλο.
Την επόμενη μισή ώρα, συνέχισε να απολαμβάνει το ποτό του.
Κανένα πρόβλημα που το στομάχι του ήταν άδειο. Το ποτό αυτό, εκείνη την ώρα ήταν ό,τι επιθυμούσε.
Οι θαμώνες στο μπαρ είχαν αλλάξει, η νύχτα άρχισε να πέφτει, τα φώτα της πόλης άναψαν, αναδεικνύοντας ομορφιές, που πριν δεν τις είχε παρατηρήσει.
Πλήρωσε το ποτό του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Στις κολώνες και στις προθήκες των καταστημάτων το μάτι του πήρε την αφίσα για το πανηγύρι που την άλλη ημέρα θα γινόταν στο διπλανό χωριό.
Του άρεσε η ιδέα να βρεθεί σ΄ ένα πανηγύρι.
Ήδη είχε φτάσει στο ξενοδοχείο.
Στη ρεσεψιόν τώρα βρισκόταν μια γυναίκα. Σίγουρα η κα Ευδοξία σκέφτηκε. Δεν έκανε λάθος.
-Καλησπέρα σας, είπε, το κλειδί του εικοσιένα παρακαλώ.
-Καλώς μας ήλθατε, του χαμογέλασε η κυρία Ευδοξία. Πώς ήταν η βόλτα σας;
-Καλώς σας βρήκα. Όμορφα. Όμορφη και η πόλη. Δεν πρόλαβα να τη δω όλη βέβαια, αλλά από όσο είδα, έχει τις ομορφιές της.
Αντάλλαξαν χαμόγελα και συνέχισε προς τη σκάλα που οδηγούσε στο πάνω όροφο, που ήταν το δωμάτιό του.
Ανοίγοντας την πόρτα και το φως, του έκαναν εντύπωση οι αποχρώσεις του δωματίου. Κάτι σαν πορτοκαλί του έμοιαζε να είναι η ταπετσαρία. Είχε την εντύπωση όμως ότι νωρίς το απόγευμα που έφτασε, το χρώμα της ήταν σκληρό κίτρινο.
Δεν έδωσε άλλη σημασία.
Βγήκε στο μπαλκόνι και άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί πάνω απ΄ τα σπίτια της πόλης.
Άλλα χρώματα τώρα. Το σκοτάδι και τα φώτα που άναβαν, έδιναν μονομιάς την αίσθηση ότι βρισκότανε αλλού.
Ήδη κόντευε να ξεχάσει πού ήταν μερικές ώρες πριν.
-Για δες, μονολόγησε, σαν να έκλεισε ο διακόπτης και εξαφανίστηκαν όλα από την οθόνη του μυαλού μου.
Η ματιά του έπεσε στο σιωπηλό κινητό του τηλέφωνο.
Προς στιγμή σκέφτηκε να το ανοίξει.
Το απέρριψε.
Άστο εκεί να κάθεται σιωπηλό. Φτάνει που με «μαρτυράει» με τους παλμούς που στέλνει. Ας μη με φέρει πίσω, εκεί από όπου έφυγα.
Έβγαλε τα ρούχα που φορούσε και φόρεσε αυτά που μόλις είχε αγοράσει.
Μια χαρά του ήρθαν κι ας μην ήταν το καλύτερό του να κάνει μόνος του τα ψώνια του.
Άνοιξε λίγο την τηλεόραση.
Οι πυρκαγιές ήδη είχαν αρχίσει να κατακαίνε δάση και κατοικημένες περιοχές.
Ένα έγκλημα που αναζητούσε το δολοφόνο, οι διαξιφισμοί μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Αυτόν πάντως δεν τον αναζητούσε κανείς.
Κάτι το χαλάρωμα, κάτι το ποτό που ήπιε νωρίτερα, κάτι η ώρα που πέρασε, ένοιωσε το στομάχι του να του επισημαίνει ότι κάτι στερεό θα έπρεπε να του βάλει.
Δεν ήταν κακή ιδέα.
Σκέφτηκε να ρωτήσει την κυρία Ευδοξία, αν είχε να του προτείνει κάπου για φαΐ.
Ετοιμάστηκε να βγει.
Δίπλα από το τηλέφωνο του δωματίου, είδε το πριζάκι για σύνδεση με το διαδίκτυο.
Εντυπωσιάστηκε. Δεν το περίμενε ότι σ’ ένα τέτοιο ξενοδοχείο, θα είχε και τέτοιες παροχές. Του άρεσε που η τεχνολογία είχε φτάσει μέχρι εδώ.
Έσβησε τα φώτα και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ίσως όταν επέστρεφε, να έκανε χρήση του διαδικτύου, για να δει αν υπήρχε κανένα μήνυμα.
Στο σαλονάκι, μπροστά από τη ρεσεψιόν, ήταν καθισμένοι ένα δυο πελάτες. Δεν έδωσε σημασία και προχωρώντας ακούμπησε το κλειδί στον πάγκο.
Ο ήχος του γέλιου που άκουσε, του φάνηκε γνώριμος.
Γύρισε το κεφάλι ασυναίσθητα και τα μάτια του αντάμωσαν τα μάτια, που είχε νωρίτερα δει στο μπαρ της πλατείας.
Τούτη τη φορά το χαμόγελο και από τις δυο πλευρές, ήταν πλατύτερο.
Σαν χαμόγελο αναγνώρισης ήδη γνωστών, από καιρό.
Βλέποντάς την να κλείνει το κινητό της, που μέχρι εκείνη τη στιγμή μιλούσε, πλησίασε και απλώνοντας το χέρι συστήθηκε.
-Κρίτων Ντατσόπουλος.
-Σύνθια Τσιντίδου, ακούστηκε η κοντράλτα φωνή, που τόσο πήγαινε με το όλο παρουσιαστικό.
-Εδώ μένετε κι εσείς;
-Ήρθα για το τριήμερο. Να πάρω μια ανάσα από την πίεση της πρωτεύουσας.
-Τι σύμπτωση. Κι εγώ το ίδιο. Μόνη είστε;
-Ναι μόνη. Δηλαδή περιμένω κάποιους φίλους, αλλά προς το παρόν μόνη.
Η πρόσκληση ήταν σαφής.
-Να σας κάνω λίγο παρέα; Έτσι κι αλλιώς και εγώ μόνος είμαι και ξέρω ελάχιστα από την περιοχή. Αν εσείς ξέρετε περισσότερα, και δεν σας ενοχλώ βεβαίως, θα μπορούσαμε να πάμε κάπου να τσιμπήσουμε κάτι, και να μου πείτε για τα αξιοθέατα.
-Δεν έχω καμιά αντίρρηση. Άλλωστε για απόψε τουλάχιστον κι εγώ μόνη θα είμαι. Οι φίλοι που περιμένω, θα φτάσουν αύριο το πρωί.
-Πολύ ωραία τότε, μπορούμε να πάμε όπου θέλετε.
Κατέβηκαν τα σκαλοπάτια και βρέθηκαν στο δρόμο.
Η νύχτα, φωτισμένη από τα φώτα του δρόμου και των σπιτιών, έμοιαζε χαρούμενη.
Η κίνηση στους δρόμους είχε ζωηρέψει, όπως και όλη η πόλη άλλωστε, από τους εκδρομείς του τριημέρου, που είχαν ήδη καταφτάσει.
Λίγο περπάτημα, μέσα στη δροσιά της νύχτας, κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, κουβέντες πιο προσωπικές για τον αγώνα της καθημερινότητας, κουβέντες για τα άγχη και τα προσωπικά αδιέξοδα.
Η προσπάθειά του να ξεπερνάει τον πήχυ που ο ίδιος έβαζε ολοένα ψηλότερα, η προσπάθειά της να αναγνωρισθεί από το άλλο φύλο η δουλειά της.
(συνεχίζεται)