Τετάρτη, Φεβρουαρίου 22, 2006

Το ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 3α post / 1000 λεξεις

Το μικρό ταβερνάκι στην άκρη της πόλης, τους φιλοξένησε με χαρά και η κυρά του μαγαζιού, έβαλε τα δυνατά της στην κουζίνα, για να τους δείξει τα καλούδια που κερνάει ο τόπος της.
Το κόκκινο κρασί, που συνόδεψε το δείπνο, έκανε την ατμόσφαιρα ακόμα πιο φιλική και οικεία.
Χαμηλόφωνες κουβέντες, δυνατά γέλια, κάποιο δάκρυ που κύλησε, έσπρωξαν την ώρα μέχρι τα μεσάνυχτα.
Ώρα να φύγουν.

Ένα ποτό στο μπαρ της πλατείας, εκεί που έγινε η πρώτη τους συνάντηση, των βλεμμάτων τους για την ακρίβεια, ήταν μια καλή συνέχεια της νύχτας.

Δεν σταμάτησαν ούτε στο δεύτερο, ούτε στο τρίτο.
Η καλή διάθεση περίσσευε.
Το δειλό άγγιγμα του χεριού στο ταβερνάκι, μπλέξιμο των δακτύλων των χεριών στη διαδρομή ως το μπαρ, έγινε τρυφερό αγκάλιασμα καθώς ξεκίνησαν την επιστροφή για το ξενοδοχείο τους.

Το δωμάτιο 21 του ξενοδοχείου «Το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια», με την κόκκινο-πορτοκαλί ταπετσαρία στους τοίχους, ήταν ο μοναδικός μάρτυρας της έκρηξης.
Τα σώματα συναντήθηκαν. Οι ψυχές ενώθηκαν. Ήχοι, σχήματα, σκιές γέμισαν το χώρο.
Ο χρόνος έμεινε στάσιμος.

Στα τσαλακωμένα σεντόνια, τα κορμιά, αποκαμωμένα μετά από πραγματική μάχη να βγάλουν από μέσα τους όσα, χρόνια πίεσης και απώθησης, μάζευαν.
Οι ανάσες βαριές, απορημένες από το απρόσμενο της ανείπωτης ηδονής.

Ο χρόνος ξαναβρήκε το βηματισμό του.
Ξημερώματα, η φωνή του κόκορα, φανέρωσε την προσδοκία για το πρώτο φως της μέρας.

-Αχ, πρέπει να φύγω, μουρμούρισε η Σύνθια. Η πρώτη κουβέντα που ακούστηκε μετά από πολλές ώρες.

Ο Κρίτων δεν απάντησε.

-Αύριο, ακούστηκε η φωνή της Σύνθιας λίγο πριν ανοίξει την πόρτα του δωματίου.

Και οι δυο το ήξεραν.
Το αύριο θα ήταν αλλιώς.

-Τι ώρα να είναι; Αναρωτήθηκε όταν άνοιξε τα μάτια του ο Κρίτων.
Το φως της ημέρας που έμπαινε από την μπαλκονόπορτα έδειχνε ότι πρέπει να πλησίαζε μεσημέρι.
Τεντώθηκε και γύρισε το σώμα του μπρούμυτα.
Η λεπτή μυρωδιά από το άρωμα, του έφερε στο μυαλό την εικόνα της Σύνθιας και όσα η νύχτα που πέρασε, του χάρισε.
Το αποφάσισε να εγκαταλείψει το κρεβάτι.
Το νερό του ντους πάνω του, ξύπνησε το κοιμισμένο του κορμί και μαζί τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

Τυλιγμένος με την πετσέτα του μπάνιου, κάθισε στην πολυθρόνα και άπλωσε τα πόδια ρίχνοντας το κεφάλι προς τα πίσω.

-Και τώρα; Μονολόγησε.

Πρωινό Σαββάτου. Ενός Σαββάτου εντελώς διαφορετικού από όσα είχε ζήσει μέχρι τώρα.
Συναισθήματα ανάμικτα.
Ελευθερία και μοναξιά.

-Πώς θα περάσω την ημέρα μου; Ήξερε ότι το αύριο της Σύνθιας ήταν αντίο. Δεν θα μπορούσε να ήταν κι αλλιώς.

Έκλεισε τα μάτια.
Οι εικόνες άλλαξαν.

Δεν είναι μόνο το σήμερα, σκέφτηκε. Είναι και το αύριο και το μεθαύριο η άλλη εβδομάδα. Είναι όλη μου η ζωή από εδώ και μπρος.

Περιέφερε το βλέμμα στο δωμάτιο. Του φάνηκε ότι τα χρώματα των τοίχων είχαν πάρει μια απόχρωση προς το μοβ.

Σίγουρα δεν ήταν της ώρας να σκεφτεί όλες τις συνέπειες, όμως πίσω του είχε αφήσει μια ζωή και έπρεπε να αρχίσει να σκέφτεται αν θα ξανάπιανε το νήμα της, έτσι όπως το είχε αφήσει.
Εντάξει μια απόδραση ήταν. Αλλά προς το παρόν η απόδραση ήταν μόνο από την οικογένειά του. Από την γυναίκα του δηλαδή.

Αναρωτήθηκε, αν θα έχει ανησυχήσει, αν τον ψάχνει.

Δυο χρόνια γάμου και η σχέση του πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.
Από μικροαστική οικογένεια αυτός, φτωχόπαιδο πες καλύτερα, είχε κάνει τεράστιο αγώνα για να ανέβει.
Τίποτα δεν βρήκε έτοιμο.
Κάθε σκαλοπάτι, το ανέβαινε με κόπο και αγώνα.

Η Νένα, η γυναίκα του, αντίθετα τα είχε όλα έτοιμα.
Κόρη της γνωστής οικογένειας των Δημητρίου, μοναδική κληρονόμος της πατρικής περιουσίας, μεγάλωσε μέσα στη χλιδή, θα μπορούσε να πει κανείς.

Το ιδιωτικό σχολείο, οι διακοπές στην Ελβετία το χειμώνα, τα ταξίδια σχεδόν σε όλο τον κόσμο τα καλοκαίρια, της έδιναν τον αέρα της κοσμοπολίτισσας.

Αυτό τον αέρα ή γι αυτόν τον αέρα, την είχε ερωτευτεί.

Γι αυτό τον αέρα την είχε μισήσει.

Ποτέ δεν ξεκαθάρισε μέσα του, αν από την αρχή, αυτό που ένοιωσε ήταν έρωτας ή μίσος για όσα εκείνη είχε πάντοτε απλόχερα και εκείνος πάλευε σπυρί, σπυρί να αποκτήσει.
Η γνωριμία τους, η σχέση τους, ο γάμος τους, ήταν γεγονότα που εκτυλίχτηκαν γρήγορα, τόσο που, τώρα που το σκεφτόταν –όχι για πρώτη φορά- δεν του άφησαν τα περιθώρια να ξεκαθαρίσει τα πραγματικά του συναισθήματα.
Από την αρχή ήταν φανερό ότι καθένας τραβούσε το δικό του δρόμο.
Από την αρχή σχεδόν, κατάλαβαν ότι είχαν κάνει λάθος.
Ποτέ δεν το συζήτησαν, αλλά και ουδεμία αμφιβολία είχαν γι αυτό.
Ο εγωισμός και μόνο δεν τους άφηνε να το παραδεχτούν, ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό να το ομολογήσουν.

Πόσα βράδια δεν είχε μείνει παραπάνω στο γραφείο, γιατί δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι.
Πόσες φορές δεν είχε νοιώσει ανακούφιση που, γυρίζοντας στο σπίτι, η απουσία της Νένας τον ελευθέρωνε από τις ενοχές, τις όποιες ενοχές μπορούσε να έχει, επειδή έμενε μαζί της επειδή «έπρεπε» και όχι γιατί το ήθελε πραγματικά.
Το τελευταίο διάστημα σπάνια άλλαζαν κουβέντα μεταξύ τους, εκτός και αν επρόκειτο για κάποιον από τους καυγάδες τους, που ολοένα γινόντουσαν πιο έντονοι και πιο συχνοί.

Άνοιξε τα μάτια και ανακάθισε στην πολυθρόνα.
Το πήρε απόφαση. Θα κατέβαινε να πιει καφέ και μετά έβλεπε.
Το κινητό θα έμενε κλειστό.

Με αργές κινήσεις ντύθηκε. Δεν βιαζόταν άλλωστε.
Σκέφτηκε να ξεπλύνει λίγο το μαγιό που είχε αγοράσει χτες. Ο ήλιος έξω στο μπαλκόνι θα βοηθούσε να στεγνώσει γρήγορα. Ίσως να πήγαινε κανένα μπάνιο πιο μετά.

Στη ρεσεψιόν η κα Ευδοξία πίσω από τον πάγκο της, παρέλαβε το κλειδί και το τοποθέτησε στην θέση του, επάνω στο ειδικά φτιαγμένο έπιπλο, ενώ τον πληροφόρησε ότι πρωινό δεν μπορούσε να πάρει. Η κουζίνα είχε κλείσει. Αν ήθελε όμως μπορούσε να του φτιάξει καφέ. Ευχαρίστησε ευγενικά και είπε ότι προτιμούσε να πάει κάπου έξω.
-Α, παραλίγο να το ξεχάσω, του είπε η κα Ευδοξία. Αυτό το σημείωμα είναι για σας.Μου το άφησε φεύγοντας η κα Τσιντίδου. Αναγκάστηκε να φύγει πρωί. Να τη συγχωρείτε, λέει. Σας εξηγεί τι συνέβη.

Πήρε το γράμμα από το χέρι της κας Ευδοξίας και το έβαλε αφηρημένα στην τσέπη του. Την ευχαρίστησε και κινήθηκε προς την πόρτα.

Η ζέστη στο δρόμο, του δημιούργησε μια μικρή δυσφορία προς στιγμήν.
(συνεχίζεται)