Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2006

To ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 4 post / 1000 λεξεις

Το δωμάτιο νούμερο 23 ήταν, όπως όλα τα άλλα 27 δωμάτια του ξενοδοχείου, ιδιαίτερο. Ιδιαίτερα πράγματα μπορεί κανείς να τα νιώσει ανάλογα με την οπτική του γωνία ως θετικά ή αρνητικά. Ενδιάμεση κατάσταση δεν υπάρχει. Άμα κάποιος θεωρεί καλό το γεγονός ότι το ιδιαίτερο ξεχωρίζει από τα πολλά και εξέχει από τον μέσο όρο, μάλλον θα το βιώσει ως θετικό. Άμα όμως κάτι ξεχωρίζει, εξειδικεύεται, δεν μπορεί πλέον να ικανοποιήσει πολλούς και ποικίλους σκοπούς. Όσο δεν βρίσκεται το ιδιαίτερο άτομο για να το εκτιμήσει, μπορεί να θεωρηθεί παράταιρο, δύσκολο, κουραστικό, ελαττωματικό.

Η ιδιαίτερη ιδιαιτερότητα του δωματίου με το νούμερο 23 λοιπόν, ήταν ότι εκτός από την πόρτα της εισόδου και εκείνη για το μπάνιο είχε άλλη μια, μια τρίτη πόρτα. Αυτή η πόρτα στον πλαγιανό τοίχο συνέδεε, εάν ήθελε κανείς και εάν είχε το αντίστοιχο κλειδί, με το διπλανό δωμάτιο, αυτό με το νούμερο 22. Γενικά τα δωμάτια 23 και 22 είχαν ακριβώς την ίδια διαρρύθμιση με την διαφορά πως όλα ήσαν καθρεφτισμένα στον άξονα που δημιουργούσε ο πλαγιανός συνδετικός, ή διαχωριστικός όπως το έπαιρνε κανείς, τους τοίχος. Η αρχική ιδέα του αρχιτέκτονα περί αυτής της συνδετικής πόρτας ήταν η εξής. Μια οικογένεια μια δυο ή τρία παιδιά θα μπορούσε να έπαιρνε τα δυο δωμάτια. Στο ένα θα κοιμόντουσαν τα παιδιά και στο άλλο οι γονείς. Το βράδυ θα μπορούσαν οι γονείς να κλείνουν την πόρτα προκειμίνου να προστατεύσουν την ιδιωτική τους σφαίρα, κατά την διάρκεια της ημέρας η πόρτα θα συνέδεε γονείς και παιδιά και θα έδινε μια κάποια μεγαλύτερη ελευθέρια κίνησης.

Μια συνδετική πόρτα όμως μεταξύ δυο δωματίων μπορεί να έχει και πολλές άλλες χρήσεις πέρα από αυτές που πέρασαν από το μυαλό του αρχιτέκτονα την στιγμή που σχεδίαζε το κτίριο. Η κα Ευδοξία είχε ανάπτυξη την απαραίτητη ευαισθησία για το ξενοδοχείο της και παρόλο που δεν μπορούσε να εκφράσει με λέξεις την αίσθηση που της έκανε το κάθε δωμάτιο, ένιωθε τις διαφορετικές δυνατότητες που έκρυβαν μέσα τους. Έτσι όταν τον Νοέμβρη πριν δυο χρόνια ένας γεροδεμένος σαραντάρης με στρογγύλα μικρά γυαλιά, ντυμένος στα γκρίζα, στο ίδιο χρώμα που είχαν και τα μαλλιά του, ζήτησε ένα δωμάτιο για 3 μέρες, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να του δώσει το δωμάτιο με το νούμερο 23.

Ο Χρήστος τον συνόδεψε στο δωμάτιο, του έδειξε τα κατατόπια και είπε φεύγοντας την συνηθισμένη πρόταση που έλεγε σε όλους τους πελάτες: "Εύχομαι να έχετε μια καλή διαμονή στο ξενοδοχείο μας, αν χρειασθείτε κάτι, θα χαρώ αν μπορώ να σας φανώ χρήσιμος". Ήταν κουρασμένος από το ταξίδι και χρειαζόταν τον ύπνο. Η μόνη του σκέψη τα τελευταία 20 λεπτά ήταν πότε θα βρισκόταν επιτέλους στο δωμάτιο, να πέταγε τα ρούχα από πάνω του και να έπεφτε για ύπνο. Είχε ένα σημαντικό ραντεβού την επόμενη μέρα και ήθελε να είναι φρέσκος στην συνάντηση. Ένας φίλος είχε κανονίσει ένα ραντεβού στα τυφλά με μια γυναίκα. Δεν ήξερε ποια ήτανε, δεν ήξερε το όνομά της, ούτε ποια ήταν η δουλειά της. Ο φίλος του τον διαβεβαίωσε ότι ούτε και εκείνη τον ήξερε. Είχε εμπιστοσύνη στον γούστο του. Η συνάντηση μπορούσε όμως, έτσι στα τυφλά, να ήταν ένα τεράστιο φιάσκο ή μια απρόσμενη επιτυχία. Είχε δεχτεί την πρόταση του φίλου του. Δεν είχε τίποτε να χάσει. Δεν κυκλοφορούσε πολύ για να κάνει γνωριμίες.
"Τι είχα, τι έχασα" έλεγε στον εαυτό του σχετικά.

Δυο λεπτά αργότερα και αφού ο επισκέπτης του δωματίου με το νούμερο 23 είχε βγάλει το παλτό του, είχε πετάξει τα παπούτσια σταυρωτά μπροστά στα πόδια του κρεβατιού και ετοιμαζόταν να βγάλει το πουλόβερ, παρατήρησε ένα διπλωμένο κίτρινο φύλλο χαρτί στο πάτωμα, ελάχιστα εκατοστά μακριά από την επιπρόσθετη πόρτα στην πλαϊνή πλευρά.

Η περιέργεια ήταν δυνατότερη από την ανάγκη για ξεκούραση, που αντί να βγάλει το πουλόβερ πήγε και σήκωσε το φύλλο χαρτί από το πάτωμα. Το ξεδίπλωσε και κοίταξε με ενδιαφέρον τι ήταν γραμμένο.

Δεν είδε τίποτε πάνω του. Ήταν μόνον ένα άδειο διπλωμένο κίτρινο χαρτί. Το περιεργάστηκε. Δεν μπορούσε να φανταστεί από που μπορούσε να είχε πέσει ένα τέτοιο κομμάτι χαρτί στο πάτωμα. Δεν είχε Μάζι του φακέλους ή χαρτιά. Και τέτοιου είδους κίτρινα φύλλα δεν είχε ποτέ του. Μήπως ήταν του ξενοδοχείου; Δεν θα έπρεπε τότε να έχουν ένα έμβλημα ή τουλάχιστον το όνομά του; Όμως το φύλλο χαρτί ήταν εντελώς άδειο. Το μύρισε, αισθάνθηκε μια ελαφριά μυρωδιά λεμονιού. Έψαξε στις τσέπες του για τον αναπτήρα του. Είχε κόψει το κάπνισμα εδώ και 17 μέρες, αλλά τον αναπτήρα δεν τον αποχωριζόταν. Τον ήθελε για σιγουριά πάντα μαζί του. Έφερε το χαρτί πάνω από την αναμμένη φλόγα και περίμενε λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να εμφανιστεί το κείμενο που υπέθετε ότι είχε γραφεί με χυμό λεμονιού.

"Γιατί με άφησες να περιμένω τόσο αγαπημένε; Είμαι τόσο αναστατωμένη που καίνε τα πάντα πάνω μου. Καίω, από την προσμονή, έλα αγαπημένε, το αίμα μου κοχλάζει, σε ζήτα, το δέρμα μου χρειάζεται τα χέρια σου, το δικό σου δέρμα, τα αυτιά μου περιμένουν να χτύπο της καρδιάς σου. Έτσι όπως χτύπα όταν με επιθυμείς και εσύ, όταν με θέλεις, όταν βρίσκεσαι δίπλα μου, μέσα μου, πάνω μου, και ανοίγω τον εαυτό μου για εσένα, να γίνω ένα με σένα, να γίνεις ένα με εμένα. Έλα αγαπημένε, άνοιξε την πόρτα, δεν αντέχω ούτε δευτερόλεπτο χωρίς εσένα. Μην με αφήνεις άλλο να σε περιμένω, θα κάνω ότι θέλεις, θα κάνω με εσένα ότι θέλω, όλα αυτά που θρέφουν τα κορμιά μας."

Κοίταξε την διαχωριστική πόρτα. Το κλειδί στην κλειδωνιά. Το χαμηλό φως στην σχισμή κάτω από την πόρτα τρεμόπαιζε. Ακούμπησε το αυτί στην πόρτα. Άκουσε τον ήχο που κάνει μια πένα όταν σέρνεται πάνω στο χαρτί. Ήξερε ότι αυτά που διάβασε δεν προορίζονταν για εκείνον. Δεν ήταν δυνατόν να τον ήξερε αυτή η γυναίκα. Δεν είχε πει σε κανέναν ότι θα ερχόταν στο ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια. Πριν προλάβει να εξαφανιστεί η μελάνη, είδε ένα δεύτερο μήνυμα να παρουσιάζεται κάτω από την σχισμή της πόρτας, άκουσε τον αναστεναγμό αυτού που βρισκότανε από την άλλη πλευρά, μύρισε ένα μείγμα λεμονιού και ανθρώπινης μυρωδιάς.

Διάβασε το ακόμα ορατό μήνυμα
"Είμαι ο θάνατός σου, θα σε πάρω, όμως πρώτα θα σου δείξω την ζωή"