Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα alximist. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα alximist. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2006

ένας τίτλος μελλοντικός αναζητά το όνομά του

Η ομίχλη

Αυτή η παχιά λευκή παρουσία που με τριγυρίζει, σαν όνειρο. Απλώνω το χέρι και θαρρώ ότι θα πιάσω το άμορφο σώμα της…σαν γυναικεία οπτασία που με ξεγελά…ποίος ψεύτης διέδωσε ότι το Λονδίνο έχει ομίχλη? Όλοι φαντάζονται αυτήν την μητρόπολη με μια απειλητική ομίχλη…φταίξιμο κάποιου σκηνοθέτη βωβής ταινίας τρόμου…η ομίχλη εδώ δεν είναι απειλητική…είναι ονειρική, η υπέροχη αυτή πόλη αναδύεται μέσα από τα λευκά της πέπλα, τυλίγει το γεμάτο στολίδια σώμα της, της καμπύλες των τρούλων της, σαν γυναίκα που παίζει ερωτικά…ναι η ομίχλη είναι μαγεία…γοητεία….δεν αποτελεί απειλή…ο καθένας βλέπει αυτό που περιμένει να δει….και εγώ έχω μάτια ερωτευμένου…μάτια που βουρκώνουν στην σκέψη σου…ναι ήρθα εδώ στην Λισμπόα για σένα και μόνο.
Μήπως δεν είσαι παρά μια ονειροφαντασία μου, μια νέα μου εμμονή? Τι κι αν αποδειχτείς ως μια Ελένη ένα πουκάμισο αδειανό? Εγώ θα ριχτώ στο κατόπι σου και όπου με βγάλει…γιατί έκλεισα τα μάτια, απαρνήθηκα τη λογική και σε κοιτώ με την καρδία μου…αυτή με οδηγεί, κι ας λέει το μυαλό ότι η πυξίδα μου αυτή δεν είναι εμπιστοσύνης…θα στηριχτώ σε αυτό ακόμα και αν αποδειχτεί σάπιο το δεκανίκι…τουλάχιστον θα το μάθω, δεν θα μείνω με την γεύση του ανολοκλήρωτου της προσδοκίας και της χαμένης ευκαιρίας, όχι θα προχωρήσω σε θολό μονοπάτι που μου άνοιξες και με σταθερό βήμα θα σε ακολουθήσω όπου το χέρι σου με οδηγήσει σε αυτά τα μεσαιωνικά σοκάκια της Λισσαβόνας, Ησυχία τριγύρω μόνο οι λαχανιασμένες μας φωνές και τα βήματά μας ακούγονται, κάνα αλύχτισμα σκυλιού μακριά, …νομίζω ακούω και το τραμ…ναι πρέπει να είναι το πρώτο της ημέρας.
Θεέ μου τι νύχτα και αυτή…πότε ξημέρωσε…μα ήταν μόλις νύχτα όταν τα χείλη μας ακουμπήσανε και μετά σιωπή…βουλιάξαμε ο ένας στην ψυχή του άλλου…νόμιζα ότι αυτό μόνο ως λογοτεχνικό εφεύρημα υπήρξε…μα να όμως που δεν ήταν έτσι. Ήταν μια πραγματικότητα….βούλιαξα στην ανυπαρξία του είναι..είμαι..είσαι είμαστε..και δεν είμαστε…χρόνος, ποίος χρόνος…δεν υπάρχει χρόνος…μόλις το ζήσαμε μαζί…και ήταν αμοιβαίο…δεν ξέρω ακόμα το όνομα σου, μα ούτε και εσύ το δικό μου, είναι μια σιωπηρή συμφωνία μας…άλλωστε το ξέρω το ξέρεις, είμαστε παλιοί γνωστοί έτσι δεν είναι? Μου αρέσει το γέλιο σου, ναι γέλα σε παρακαλώ…ο αντίλαλος μεγαλώνει την χροιά σου την παραμορφώνει…ταιριάζει στο ζωντανό αυτό όνειρο …μην με τσιμπήσεις, μη…αν όντως είναι όνειρό μου δεν θέλω να ξυπνήσω…εκτός αν βρεθώ στο πλάι σου…τρέχα η ανατολή του ήλιου είναι μαγική στο λιμάνι εκεί κοντά στον φάρο…ναι και πάνω στην προκυμαία κοντοστέκεσαι και με κοιτάς διαπεραστικά …τα μάτια σου καρφώνονται στα δικά μου…είναι η πρώτη ακτίνα του ήλιου της ημέρας και εσύ την είδες μέσα από την ίριδα μου…»είναι πράσινα με χρυσές ανταύγειες» μονολογείς στην εξωτική σου γλώσσα σαν να αναρωτιέσαι…αρχικά απορώ και τότε αντιλαμβάνομαι το νόημα των λόγων σου. Τρέχα! μου λες και με τραβάς από το χέρι , ο φάρος είναι λίγα μέτρα μακριά
Με κομμένη την ανάσα καθόμαστε και ναι, ο ήλιος ανατέλλει…τα χέρια μας κρατιούνται σφικτά όλη αυτήν την ώρα…τώρα που σε βρήκα μη τυχόν σε χάσω…
Μου έρχεται στον νου ο περίφημος φάρος της Αλεξάνδρειας σε αλλοτινές εποχές…προτιμώ τον δικό μας…
Ο Ήλιος ανατέλλει μου είπες με το βλέμμα σου και εγώ σε κοίταξα με θαυμασμό…χωρίς σκέψεις καθίσαμε εκεί την ώρα που το βασίλειο της ομίχλης έδινε σιγά σιγά την θέση του στο φως…έπιασα το χέρι σου και είχε ανατριχιάσει…ένα κύμα του ωκεανού μας πιτσίλισε…αγιασμός στην ένωσή μας.
Νομίζω ότι έφτασα στον προορισμό μου…είπα ψιθυριστά και ανατρίχιασε το κορμί μου, ίσως από την κρύα θαλασσινή αύρα
Τίποτα δεν θα είναι πια ίδιο για μένα…όχι για μένα, για μας…

Κεφάλαιο πρώτο

Τι συνέβη λοιπόν εκείνη την νύχτα ποια μαγική παρέμβαση ανέτρεψε τα πάντα?
Κανείς δεν θα μου το πει…το ξέρω…ίσως κατά βάθος να μην θέλω μια απάντηση σε αυτό….απλά ακολουθώ την μοίρα μου, και τώρα το ξέρω είναι δεμένη μαζί σου…με είπαν τρελό που κυνηγάει μια χίμαιρα οι φίλοι μου, άλλοι με απότρεπαν να φτάσω ως εδώ, άλλοι δεν το πίστευαν…όμως εγώ το ήξερα ότι μετά το βράδυ αυτό δεν έχει πια γυρισμό…και να μια εδώ στο αεροπλάνο με προορισμό εσένα…θεέ μου τόσοι μήνες πως άντεξα μακριά σου? Μια σκέψη με τρομάζει μόνο μη τυχόν κάτι γίνει, ένα ατύχημα, κάτι και δεν σε ξαναδώ….και μετά εσύ πως θα ζήσεις πως? Αυτό με στεναχωρεί…ανόητες σκέψεις τίποτα δεν θα συμβεί, είναι γραπτό μας να βρεθούμε μαζί! Η σκέψη αυτή με ηρεμεί…κάθε φορά που έχουμε αναταράξεις από τα κενά αέρος…η αδημονία δεν με κάνει να ηρεμήσω με τίποτα ... κλείνω τα μάτια και σε σκέφτομαι, φέρνω στο νου μου στιγμές όταν σε πρωτογνώρισα…εκείνο το βλέμμα…είχες κάνει λάθος στην αίθουσα, το ιατρικό συνέδριο ήταν αλλού, σύντομα κατάλαβες το λάθος και βγήκες, την ώρα που έμπαινα εγώ…και όμως ..εκείνη την στιγμή , πρέπει να ήταν δευτερόλεπτα…μα κράτησε πολύ ώρα…τα μάτια μας πέταξαν σπίθες, είμαι σίγουρος για αυτό … μα δεν το είδε κανείς? Και να το είδε, εγώ ήμουν χαμένος μέσα στην ψυχή σου. Το σοκ, η φόρα και των δυο μας, η ύπαρξη τόσων σοβαρών προσωπικοτήτων δεν έδινε περιθώρια για περαιτέρω…προχώρησα κρατώντας την ψυχραιμία μου, κανείς δεν είχε αντιληφθεί τίποτα…μα ήταν δυνατόν? Κάθισα σε λάθος θέση μόνο για να συνέλθω μα τι ήταν αυτό? Γύρισα το κεφάλι μου και είχε φύγει, δεν σε είχα δει καλά, σχεδόν καθόλου, αλλά είχα δει τα μάτια σου, νομίζω και την ψυχή σου, σε αναγνώρισα…σίγουρα και εσύ το ίδιο, το διαισθανόμουν, αφορούσε μόνο εμάς τους δύο…Το συνέδριο άρχιζε…οι ομιλητές πήραν τις θέσεις τους, εγώ ίδρωνα…εσύ είσαι κάπου έξω…και αν έφευγες? Αν σε έχανα για πάντα? Πως θα σε ξαναδώ? Πρέπει να σε αναζητήσω, σηκώθηκα, μουρμούρισα μια δικαιολογία στον διπλανό μου, πρέπει να σε βρω… βγήκα έξω, και πουθενά, μόνο υπάλληλοι, προχώρησα προς την πόρτα, βγήκα έξω…αν είχες φύγει ήμουν χαμένος…έκανα μια βόλτα και επέστρεψα στην αίθουσα καταπονημένος ψυχικά. Πώς να σε αναζητήσω, δεν ήξερα για σένα τίποτα, ούτε καλά καλά τα χαρακτηριστικά σου, δεν είδα…ήμασταν χαμένοι…
Πως μέσα σε λίγες ώρες από την ανύψωση πέρασα σε εκείνο το ανυπόστατο αίσθημα της απώλειας…αδύνατο να σε βγάλω από τον νου μου…προσπάθησα αλλά τα λόγια των ομιλητών ήταν κενά…και μένα άδεια η καρδία, το μυαλό μου…δεν θα ξαναχάσω τέτοια ευκαιρία ξανά είπα μέσα μου, γι κανένα καθωσπρεπισμό…και αυτό θα κάνω! Χίλιες σκέψεις με είχαν κατακήσει.
Μα θα μου παρουσιαστεί πάλι τέτοια ευκαιρία? Αυτό ήταν κάτι μοναδικό, κρύος ιδρώτας με έλουσε … πως στάθηκα τόσο ανόητος? Πάντα ευχόμαστε κάτι μαγικό να μας συμβεί, και να που έτυχε σε εμένα…και εγώ το έβαλα στα πόδια, ναι το παραδέχομαι, τρομοκρατήθηκα! Τι ευθύνη θα είναι αυτή, μήπως κάτι που θα με δεσμεύσει, κάτι που θα με φυλακίσει, όχι θέλω την ελευθερία μου, μήπως αυτό δεν συνέβη τελευταία φορά? Θέλω να μπορώ να επιλέγω να είμαι με όποιον γουστάρω χωρίς υποχρεώσεις, βαρέθηκα πια, τον έλεγχο, την πίεση να αλλάξω, να προσαρμοστώ στις επιθυμίες, τα πρέπει, α όχι, φτάνει…
Όμως δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Ίσως δεν βρήκα μέχρι τώρα το ιδανικό μου ταίρι, αν υποθέσω ότι υπάρχει τέτοιο…ίσως αυτή η συνάντηση να είναι το ιδανικό, αλλά από την άλλη ίσως δεν συναντηθούμε ποτέ ξανά. Απελπισία… Και αν συναντήθούμε πάλι, τι θα κάνω? Θα αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλο άραγε? Τα μάτια ήταν μελιά.. μετά βίας μπορώ να φέρω στο νου μου τα άλλα χαρακτηριστικά. Κλείνω τα μάτια…ανατρέχω καρέ καρέ τις στιγμές της συνάντησης μας.

Ανοίγω τα μάτια, η αεροσυνοδός μου προσφέρει καφέ, χαμογελάω ηλίθια και δέχομαι την προσφορά, μα τι στο καλό ούτε που μου αρέσει ο καφές! Θεέ μου και πάω εκεί στην κατεξοχήν χώρα του καφέ! Για να δούμε πόσο ισχυρή θα είναι η πολιτισμική σύγκρουση.
Βραζιλία λοιπόν, δεν έχω καθόλου παραστάσεις για αυτήν την χώρα. Οι λέξεις που μου έρχονται στο μυαλό, Αμαζόνιος, Κοπακαμπάνα, παραλίες, και κορμιά που λικνίζονται ερωτικά σους ήχους της σάμπα, μουλάτες, καρναβάλι. Ποτέ δεν ήταν από τις χώρες που με φαντάστηκα να ταξιδεύω, πάντα είχα ενδιαφέρον για χώρες που έχουν κάτι το πνευματικό, Νεπάλ, Θιβέτ, Αφρική, σαμάνοι. Και αν τελικά αποδειχτεί μια από τα ίδια με την Αμερική, κατανάλωση και επιφανειακές σχέσεις? Πολύ πιθανό είναι στην σφαίρα επιρροής τους. Όμως τους σώζει ότι είναι Λατίνοι, πιο κοντά λοιπόν στην νοοτροπία την ελληνική.
Πρέπει να μελετήσω λίγο τα πορτογαλικά μου, πρέπει να μάθω κάτι ώστε τουλάχιστον να είμαι σε θέση να κινηθώ αν χρειαστεί μόνος μου. Ευτυχώς μοιάζουν πολύ με τα ισπανικά.
Ο διπλανός μου γύρισε και σηκώνομαι να κάτσει. Με ρωτά:
-English?
Προφανώς είδε το βιβλίο, ¨Όχι Έλληνας, απαντάω στα πορτογαλικά (κρυφή περηφάνια)
Αι, τι σικ! Έλληνας! Αχ πόσο θα ήθελα να πάω στην Ελλάδα, νησιά, κουλτούρα
Καλά κοινοτυπίες σκέφτομαι και χαμογελάω χαζά. Μόνο που μην μιλάς τόσο γρήγορα για να σε πιάνω. Ναι, απαντώ.
-Και πάτε Βραζιλία?
-Ναι, (Όχι στο Tιμπουκτού! μα σε αεροπλάνο για το Ρίο είμαστε!) εσείς Βραζιλιάνος, ε? (το λεξιλόγιο είναι λίγο περιορισμένο, και δεν βλέπω να πηγαίνουμε πολύ μακριά την κουβέντα)
Με συντομία καταλαβαίνω από τον χείμαρρο που ακολουθεί ότι είναι 2η γενιά Ιταλός, με οικογένεια κάπου κοντά στο Μπάρι.
-Έχω πάει στο Μπάρι λέω εγώ (όπου είχα χάσει το πλοίο και είχα ξεμείνει άφραγκος ως φοιτητής περιπλανώμενος στην Ευρώπη, και πέρασα μια μαρτυρική νύχτα μέχρι το επόμενο καράβι).
Άλλος χείμαρρος ακατάληπτων πορτογαλικών…το κόβω λοιπόν και συστήνομαι...Μάρκος. Ο κύριος?
Αντιουσον από το Ριμπεϊράο Πρέτο.
Ο κυρ Αντιουσον μου είπε διάφορα τα οποία εγώ δεν κατάλαβα γρι, όμως κατάλαβα τον καημό του σε γενικές γραμμές. Η μοναχοκόρη του η Σιλβια δεν ήταν πλέον καθολικία αλλά πνευματίστρια η παγανίστρια, μεγάλο δράμα, και το χειρότερο ήταν ότι την υποστήριξε και ένιωθε ότι θα πάει στο πυρ το εξώτερον, που αντί να την φέρει στον ίσιο δρόμο ή νατην αφορίσει, αυτός την αγκαλιασε. Εγώ πάλι προσπάθησα να του πω ότι η Θρησκεία του διδάσκει την αγάπη, την κατανόηση, άρα όλα καλά. Όμως στα αυτία του Κυρ Αντιούσον πρέπει να τα πει αυτά τα λόγια ένας Πάπας ή ένας πάστορας, αλλιώς δεν μετράει...
Όταν πια βαρέθηκα, ευγενικά προφασιζόμενος, ξάπλωσα σε μια απόπειρα ύπνου...σκέψεις με κατακλύζανε...εκείνο το ταξίδι που σχεδίαζαμε με τον Ακυλα, τον Μίμι και την Κάιτη όταν παρά λίγο να πάμε όλοι μαζί στην Λισαβόνα. Άραγε η Καίτη ολοκλήρωσε ποτέ εκείνο το μυστήριο σχέδιο γλυπτών? Ποιος ξέρει τι κάνει αυτή η ψυχή...τα βλέφαρα βάρυναν...οι μνήμες αναδύθηκαν σαν εικόνες που σχηματίζονται τυχαία στους καπνούς ενός σεκλέτικου τσιγάρου...