Η θεμελίωση του καθολικού της μονής έπρεπε να γίνει πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού. Δεν είχε σημασία αν ήταν ειδωλολατρικός. Ή μάλλον, επιβάλλονταν να είναι. Και μάλιστα να είναι τόσο αρχαίος ώστε να καθίσταται βέβαιη η γεωδαιτική του σήμανση. Γι αυτό ο Ιππίας έπρεπε να βρει αυτόν ακριβώς τον ναό του Δία, που αν και λεηλατήθηκε άγρια από τους βαρβάρους εκείνου του Ισπανού ανθέλληνα, του οποίου το όνομα δεν έλεγε ποτέ, διατηρούσε ωστόσο όλα τα τοπογραφικά του στοιχεία ανέπαφα. Ο αυτοκράτορας Βαρδάνης - Φιλιππικός, που είχε χρηματοδοτήσει την ανέγερση της μονής, μπορεί να είχε παραδοθεί γρήγορα στην προδοσία των σπαθιών που τον ανέβασαν στο θρόνο, ωστόσο κανείς από τους βραχύβιους διαδόχους του δεν σκέφτηκε να ακυρώσει την χορηγία. Μάλιστα, τα θυρανοίξια της επιβλητικής αυτής βασιλικής, που θα αποτελούσε το πρότυπο για αμέτρητες ελληνικές εκκλησίες τα επόμενα χρόνια, έγιναν ανήμερα του ευαγγελισμού, το σωτήριο έτος 717. Την ίδια ώρα που ο χορός των τριών μοναχών έψαλλε το «νίκας τοις Βασιλεύσι» και ο επίσκοπος έθετε τα λείψανα στην αγία τράπεζα, η βασιλεία άλλαζε χέρια. Ο στρατός, είχε για μια ακόμη φορά στασιάσει και ο Πατριάρχης όρκιζε στην Πόλη τον Λέοντα τον τρίτο τον Ίσαυρο. Αυτόν που έγινε ο μέγας χορηγός της μονής, και ο απηνής διώκτης των εικόνων. Είχαν περάσει ακριβώς τέσσερα χρόνια από τη μέρα που Ιππίας αποχαιρέτησε τον φίλο του Μελάγχθωνα και χάθηκε μέσα στα έλατα του Πάρνωνα.
Ενώ, λοιπόν, ο Ιππίας ενδύονταν το τριβώνιο ως ιερομόναχος Χαρίδημος και ίδρυε την Ιερά μονή Παντοκράτορος, της οποίας θα γινόταν ο πρώτος και τελευταίος Ηγούμενος, ο Μελάγχθων ανελάμβανε την δική του αποστολή. Έχοντας μαζί του την μισή περιουσία των κεκοιμημένων αρχιτεκτόνων και πλήθος συστατικών επιστολών, παρουσιάστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα για να λάβει το οφίκιο του Μεγάλου Λογοθέτη. Ήταν το μέγιστο αξίωμα στην διοίκηση της αυτοκρατορίας, με εξουσίες ενός σημερινού πρωθυπουργού, υπουργού εσωτερικών και δικαιοσύνης. Αξίωμα τόσο αταίριαστο με την λεπτή και ευαίσθητη φύση του Μελάγχθωνα. Γιατί άραγε, έπρεπε αυτός να λάβει τούτην την αποστολή; Γιατί η ποιητική του φύση έπρεπε να διοικεί υπηρεσίες που απαιτούσαν πυγμή και πολιτικαντισμό; Γιατί, τέλος πάντων, αν και ήταν ο Μέγας Λογοθέτης, ο άνθρωπος που γνώριζε τα πάντα, δεν έπρεπε να γνωρίζει πού βρίσκεται και τι κάνει ο φίλος του ο Ιππίας; Αυτά τα ερωτήματα απασχολούσαν τον Μελάγχθωνα, όσο οι αυτοκράτορες εναλλάσσονταν στον θρόνο, χωρίς κανείς να αγγίζει το δικό του οφίκιο, ενώ ανασχημάτιζαν συνεχώς όλο το σώμα των Λογοθετών. Γι αυτό το τελευταίο δεν χρειαζόταν να αναρωτηθεί. Η τεράστια περιουσία και η ασύγκριτη υπόληψη που είχε αποκτήσει χάρις στον επιφανή πατέρα του, αρκούσαν για να τον στερεώσουν σε οποιοδήποτε αξίωμα, εκτός από εκείνο του Αυτοκράτορα. Εκείνο που δεν είχε καταλάβει, ήταν πως ακριβώς αυτή η ποιητική φύσις του, που τον καθιστούσε παντελώς ακίνδυνο για κάθε ραδιούργο αυλικό, ήταν που τον έθετε στο απυρόβλητο των καταιγιστικών αλλαγών στο Παλάτι.
Ο Μελάγχθων, μαζί με τις συστατικές επιστολές που είχε παραλάβει από τα χέρια του ετοιμοθάνατου πατέρα του, είχε παραλάβει και οκτώ σφραγισμένες και αριθμημένες επιστολές που απευθύνονταν στον ίδιο. Αυτές οι επιστολές θα ήταν εφεξής οι πυξίδες του βίου του. Έπρεπε να ανοίγονται κάθε οκτώ χρόνια, αρχής γενομένης από την επαύριον της κοιμήσεως του πατρός του. Η πρώτη, που ανοίχτηκε τον Μάρτιο του 713, ήταν αυτή που τον έστελνε να αναλάβει το οφίκιο του Μεγάλου Λογοθέτη. Έτσι, ούτε οι πραξικοπηματικές εκλογές αυτοκρατόρων, που ευτυχώς έπαυσαν με την ίδρυση της δυναστείας των Ισαύρων, ούτε η εμφάνιση του Αραβικού στόλου στα νερά της Προποντίδας, ούτε και η επί έτος κατασκήνωση του στρατού τους γύρω από την Βασιλεύουσα, απασχόλησαν τον Μέγα Λογοθέτη. Η ζωή του κυλούσε ανάμεσα σε υπογραφές ανούσιων – τουλάχιστον για τον ίδιο – διαταγμάτων και σε «συνομιλίες» με τους γίγαντες της ελληνικής σκέψης, τα έργα των οποίων αράχνιαζαν στις βιβλιοθήκες του παλατιού.

Την 25η ημέρα του μηνός Μαρτίου, το Σωτήριον έτος 721, ο Μελάγχθων, αφού παρακολούθησε την Πατριαρχική θεία λειτουργία στον καθεδρικό ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, επέστρεψε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του, έβγαλε την βαριά, επίσημη στολή του Μεγάλου Λογοθέτη και απομονώθηκε στην βιβλιοθήκη. Εκεί άνοιξε την δεύτερη επιστολή. Ήταν σύντομη, αλλά σαφώς εκτενέστερη της πρώτης. Του υπαγόρευε την σύνταξη και παρουσίαση στον αυτοκράτορα ενός νόμου και ενός Διατάγματος.

Τώρα πια ο Μελάγχθων είχε αρχίσει να καταλαβαίνει τι είδους αποστολή ανέλαβε.