Ο δρόμος δεξιά κι αριστερά είχε δέντρα, πράγμα που έκανε σχετικό ευχάριστο το να περπατάς στα πεζοδρόμια κάτω από τις πυκνές φυλλωσιές τους.
Στο περίπτερο της πλατείας αναζήτησε την εφημερίδα του.
Ο περιπτεράς τον πληροφόρησε ότι οι εφημερίδες, θα φτάσουν νωρίς το απόγευμα.
Δεν είναι εδώ η πρωτεύουσα, που οι απογευματινές εφημερίδες κυκλοφορούν από τις 8 το πρωί, τον πληροφόρησε κάπως επιτιμητικά.
Κάθισε σε ένα τραπεζάκι στην σκιά ενός δέντρου.
Παρήγγειλε ένα καφέ και έβγαλε το φάκελο που του είχε δώσει πριν λίγο η κα Ευδοξία.
Κον Κρίτωνα Ντατσόπουλο. Διάβασε.
Όμορφος στρωτός γραφικός χαρακτήρας. Γράμματα που απέπνεαν τη σιγουριά της γραφούσης.
Το ζύγισε στο χέρι, σαν να ήθελε να εκτιμήσει το βάρος των εξηγήσεων που περιείχε.
Η παρουσία του γκαρσονιού, που του έφερε τον καφέ, διέκοψε τις σκέψεις του.
Χαμογέλασε στον νεαρό και του πλήρωσε το λογαριασμό. Αν και δεν βιαζόταν, ήθελε να μπορεί να φύγει χωρίς να περιμένει.
Ξανακοίταξε τον κλειστό φάκελο και με μια αποφασιστική κίνηση τον έσκισε σε δυο κομμάτια, ύστερα στα τέσσερα και μετά στα οκτώ.
Συνέχισε μέχρι ο φάκελος να γίνει πολλά μικρά κομματάκια, όπως και οι εξηγήσεις ή ό,τι άλλο περιείχε.
Δεν είχε νόημα να μάθει. Δεν χρειαζόταν να ξέρει.
Η χτεσινή νύχτα ήταν πια παρελθόν γι αυτόν, αλλά ταυτόχρονα του ελευθέρωσε σκέψεις, συναισθήματα και «θέλω».
Λίγες ώρες αργότερα, έχοντας περάσει από το δωμάτιό του για να βάλει το μαγιό του, ξαπλωμένος στην παραλία που βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα μακριά, ξανάφερε στο μυαλό του όλα όσα είχαν γίνει.
Το μυαλό του έτρεξε στα παιδικά του χρόνια. Μέλος μιας πολύτεκνης οικογένειας, με τη μάνα να προσπαθεί να τα φέρει δύσκολα πέρα και τον πατέρα να κάνει όποια δουλειά του βρισκόταν, βρέθηκε τα πρώτα χρόνια της ζωής του να είναι κλεισμένος στην παιδική στέγη, αφού το φαΐ δεν έφτανε για όλους. Οι γονείς του, μετά από αυτόν που ήταν το πέμπτο τους παιδί, το πέμπτο αγόρι, έκαναν και άλλο ένα. Αυτή τη φορά ήταν κορίτσι.
Όταν οι γονείς του τον ξαναπήραν από τη στέγη, ήταν ήδη μαθητής της πρώτης Γυμνασίου, έμαθε ότι η μικρότερη αδελφή του, είχε πεθάνει. Έτσι του είπαν. Στο μνήμα της δεν τον πήγαν ποτέ. Ούτε και έμαθε πού την είχαν θάψει.
Δεν την γνώρισε ποτέ.
Θα ήθελε να έχει μια αδελφή. Να μπορεί να συζητήσει μαζί της τα προβλήματά του. Σίγουρα θα τον καταλάβαινε περισσότερο από τους μεγαλύτερους αδελφούς του.
Θα ήταν τώρα 26 χρονών, όσο και η γυναίκα του η Νένα. Αυτές θα μπορούσαν να είχαν γίνει φίλες και ποιος ξέρει, ο γάμος του να είχε πάρει μια άλλη τροπή.
Η Νένα, αν δεν περιφρονούσε, τουλάχιστον σνομπάριζε την οικογένειά του. Ήταν αυτό ένας από τους λόγους, που τώρα που το σκεφτόταν, δεν την αισθάνθηκε ποτέ πραγματικά δίπλα του.
Άλλος σημαντικός λόγος ήταν το παιδί.
Βέβαια δεν τους είχε πάρει ο καιρός, αλλά φαίνεται ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα.
Μάλλον εκείνη δεν μπορούσε να κάνει παιδί, αν και δεν το παραδεχόταν.
Ήδη είχαν κάνει αρκετές εξετάσεις, τελευταία μάλιστα έκαναν και εξέταση DNA, ψάχνοντας τη συμβατότητα των κυττάρων του, όπως τους είχε υποδείξει ο γυναικολόγος που είδαν, συμβατότητα που θα την μελετούσε ένα ειδικό εργαστήριο στη Νέα Υόρκη.
Δεν πίστευε ότι θα βγει τίποτα, αλλά το έκανε για να αποδείξει ότι δεν είχε αυτός το πρόβλημα. Οι συγκρούσεις μεταξύ τους, άλλωστε ήταν σε όλα τα επίπεδα.
Εδώ που το λέμε, τι νόημα είχε πια;
Η χτεσινή ημέρα ήταν καταλυτική.
Η αναχώρηση χωρίς να ειδοποιήσει, το κλείσιμο όλων των διαύλων επικοινωνίας, η συνάντηση με τη Σύνθια και τα συναισθήματα που απελευθερώθηκαν στην ολονύκτια συνεύρεσή τους, το ένοιωθε, του άλλαζαν την πορεία της ζωής του.
Ο ήλιος έγερνε στο απέναντι βουνό. Αποφάσισε να επιστρέψει. Με το ραδιόφωνο να μεταδίδει μουσική και διαφημίσεις από ένα τοπικό σταθμό, οδηγούσε χωρίς να βιάζεται, απολαμβάνοντας χρώματα, εικόνες, μυρουδιές ξεχασμένες, αλλά πάντα αγαπημένες.
Στάθμευσε έξω από το ξενοδοχείο του. «Το ξενοδοχείον με τα 28 δωμάτια». Μα άκου όνομα που βρήκαν να του δώσουν.
Καλησπέρισε τη ιδιοκτήτρια και πριν καλά καλά ζητήσει το κλειδί του δωματίου του, εκείνη πήρε από την ειδική εταζέρα το νο 21 και το ακούμπησε μπροστά του.
Αν μη τι άλλο, η κα Ευδοξία ήξερε τη δουλειά της.
Της χαμογέλασε και ανέβηκε προς το δωμάτιό του. Το ανέβασμα στις σκάλες ήταν η αγαπημένη του γυμναστική.
Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.
Μα τι γίνεται; Τώρα η ταπετσαρία του έδινε την αίσθηση της υποπράσινης απόχρωσης.
-Θα ρωτήσω την κα Ευδοξία, πώς γίνεται αυτό, μονολόγησε.
Έκανε ένα ντους, για να φύγει η αλμύρα από πάνω του, τύλιξε γύρω από τη μέση του την πετσέτα και άνοιξε την τσάντα του.
Το πριζάκι για τη σύνδεση με το διαδίκτυο, του έβαλε την ιδέα να συνδέσει τον υπολογιστή του και να μπει να ρίξει μια ματιά. Ίσως στα mail ή σε κάποιο chat room ενδεχομένως.
Ευτυχώς, στο συρτάρι του τραπεζιού, ανακάλυψε ένα πολύμπριζο. Ήταν ό,τι χρειαζόταν, γιατί δεν ήταν σίγουρος ότι η μπαταρία του φορητού υπολογιστή του, δεν θα τον πρόδιδε.
Το να βρεις τέτοιες πολυτέλειες σε ένα μικρό επαρχιακό ξενοδοχείο, ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Αλλά να που είναι φορές, που η φαντασία, γίνεται πραγματικότητα.
Ο χαρακτηριστικός ήχος του modem, δήλωσε ότι άνοιξε η γραμμή και σε λίγο άρχιζε το σερφάρισμα.
Η σελίδα της εταιρίας ήταν η πρώτη που επισκέφτηκε. Τίποτα το ενδιαφέρον.
Άνοιξε τον messenger, έδωσε όνομα και κωδικό χρήστη, και το κίτρινο χαμόγελο ήταν ήδη ενεργό.
Είχε mail.
Έδωσε την εντολή να το ανοίξει.
Κοίταξε τον αποστολέα.
Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.
Ήταν από το εργαστήριο που είχαν απευθυνθεί για το DNA.
Τι να τους έλεγαν άραγε;
Αλλά τι νόημα είχε;
Οι αποφάσεις του, είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται μέσα του.
Η απόδραση, θα γινόταν ρήξη. Τουλάχιστον με τη γυναίκα του.
Αυτή η κωμωδία, ή αυτό το δράμα, έπρεπε να σταματήσει.
Συναισθηματική επαφή μηδέν, επικοινωνία ελάχιστη, ενδιαφέροντα ασύμβατα, στόχοι διαφορετικοί, απόψεις για τη ζωή συγκρουόμενες. Ποιος ο λόγος να συνεχίζεται η φθορά;
Ναι, θα ήτα δύσκολο τουλάχιστον στην αρχή, αλλά είναι σίγουρο ότι εν τέλει θα αποδεικνυόταν το καλύτερο.
Οι πληγωμένοι εγωισμοί, θα έκαναν τις συγκρούσεις εντονότερες και τις συζητήσεις περισσότερο επώδυνες, αλλά κάποτε η λογική θα επικρατούσε.
(συνεχίζεται)