Κορμί κλωναράκι, φτηνό τσίτινο φόρεμα, σαγιονάρες και το χέρι σφιχτά κρατημένο, από το χέρι του περήφανου πατέρα του καρπού, που μόνο αν κοίταζες από το πλάι, μπορούσες να καταλάβεις ότι κουβαλάει στην κοιλιά της.
Εικοσάχρονα παιδιά, εικοσιδυό εκείνη, εικοσιέξι εκείνος, με την ανεμελιά της νιότης και τη συναίσθηση συνάμα της χαράς, που σε λίγο καιρό θα βλέπανε μπροστά τους, χαιρόντουσαν λίγες ημέρες διακοπών στη μικρή κωμόπολη που ήταν το ξενοδοχείο.
Ο κύριος Θεμιστοκλής, κλασικός φιλόλογος και συγγραφέας, συνήθιζε να κάνει τις διακοπές του, στο ξενοδοχείο, «Το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια» κάθε καλοκαίρι.
Εδώ είχε συγγράψει πολλά από τα βιβλία του, ή είχε σχεδιάσει τη δομή τους, εδώ η έμπνευση τον επισκεπτόταν τόσο τακτικά, όσο πουθενά αλλού.
Από εδώ ξεκίνησαν οι τόσες εκδοτικές τους επιτυχίες, που τον είχαν κάνει πασίγνωστο σε όλη τη χώρα και έξω απ’ αυτήν. Τα βιβλία του, έχουν μεταφραστεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες του πλανήτη!!!
Εδώ «γέννησε» τους ήρωες των βιβλίων του, που έγιναν διάσημοι παντού.
Η κα Ευδοξία, πάντα έκανε χαρά μεγάλη όταν το έβλεπε να καταφτάνει και βέβαια φρόντιζε να του έχει ελεύθερο το «φιλόλογο» δωμάτιο.
Ναι, το δωμάτιο με το νούμερο πέντε, που είχε και άποψη για τους ενοίκους του.
Ήθελε ως γνωστό, ή μοναχικούς ενοίκους ή τριάδες.
Ήθελε, το δωμάτιο, οι λέξεις να ηχούν αδιαλείπτως μέσα του. Ήθελε, το δωμάτιο, να πλάθονται νέες έννοιες, νέα νοητικά σχήματα και να ντύνονται με το ακριβές περίγραμμα των προσεκτικά επιλεγμένων λέξεων.
Το δωμάτιο 5, ήταν στο ισόγειο, και αυτό επέτρεπε στον κο Θεμιστοκλή, να μπορεί αφενός να κλείνεται στον κόσμο του, όποτε επιθυμούσε, αφετέρου να παρατηρεί καταστάσεις, σχέσεις συναισθήματα όσων περιδιάβαιναν στο δρόμο, μπροστά από το ξενοδοχείο.
Τους είχε προσέξει από την πρώτη στιγμή. Του είχε κάνει εντύπωση η αγάπη που απέπνεε το βλέμμα τους όταν κοιταζόντουσαν, η ευαισθησία που εξέπεμπαν τα πρόσωπα και των δυο,
το γέλιο τους, η τρυφερότητα της αγκαλιάς, που ο νεαρός προσέφερε στη σύντροφό τους.
Άλλοτε πιασμένοι από το χέρι, άλλοτε με μια τρυφερή αγκαλιά, περνούσαν στο απέναντι το πεζοδρόμιο, μιλώντας για τη μέρα τους, φτιάχνοντας τα όνειρά τους, χτίζοντας το μέλλον του μέλλοντος, που ετοίμαζαν.
Και τα μάτια αστράφτανε, τα πρόσωπα φωτίζονταν, η εικόνα του αγαπημένου ζευγαριού φεγγοβολούσε.
Ο κύριος Θεμιστοκλής, πιστός στις συνήθειές του, από το πρωί, κάθε πρωί, επάνω στο κατάφορτο από βιβλία, λεξικά και άλλα σύνεργα τραπεζάκι, τοποθετούσε τα τετράδια και τα μολύβια του και άρχιζε να γράφει.
Έγραφε ασταμάτητα. Οι λέξεις έρεαν. Ζωγράφιζαν εικόνες, έφτιαχναν διαλόγους, συναρμολογούσαν χαρακτήρες, έχτιζαν προσωπικότητες και στο τέλος μια ιστορία βγαλμένη από τη ζωή, ή μια ιστορία που έδειχνε πώς θάθελε να είναι η ζωή, γεννιόταν μέσα στα φύλλα των τετραδίων.
Η συζήτηση με το ζευγάρι, ξεκίνησε αβίαστα. Μια απλή κίνηση του κεφαλιού που έλεγε «καλημέρα», η ανταπόδοσή της, ήταν οι πρώτες «κουβέντες», που αντάλλαξαν.
Ο περίπατος του ζευγαριού δεν άργησε να αλλάξει.
Ήρθαν στο άλλο πεζοδρόμιο, αυτό που πέρναγε κάτω από το μικρό μπαλκόνι του δωματίου με τον αριθμό πέντε, που η μπαλκονόπορτα άνοιγε πάντα λίγο πριν φανούν οι δυο νέοι από τη γωνιά του δρόμου και έκλεινε όταν ξαναχάνονταν στην ίδια γωνιά έχοντας επιστρέψει από τη βόλτα στην πλατεία.
Το νεύμα έγινε κουβέντες και οι κουβέντες έγιναν διάλογοι.
Έχοντας την άδεια της κας Ευδοξίας, ένα απόγευμα, στην επιστροφή του ζευγαριού από τη βόλτα τους, τους κάλεσε στο δωμάτιο να τους προσφέρει ένα αναψυκτικό.
Η αποδοχή δεν έγινε χωρίς κάποιο δισταγμό, αλλά έγινε.
Λίγη ώρα χρειάστηκε για να μετατραπεί ο δισταγμός σε πλήρη αποδοχή, όταν τα δυο παιδιά μπήκαν στο δωμάτιο του κου Θεμιστοκλή.
Η ώρα κύλησε γρήγορα, τα χαμόγελα έδειξαν ψυχική ευφορία και αποδοχή των μερών.
-Θα σας περιμένω και αύριο, τους είπε καθώς τους ξεπροβόδιζε.
Του το υποσχέθηκαν και έφυγαν αγκαλισμένοι, αδιαφορώντας αν αυτό ενοχλούσε τα πουριτανικά ήθη κάποιων κατοίκων της μικρής κωμόπολης.
Την αύριο, το δωμάτιο φωτίστηκε από την ομορφιά και των τριών.
Η κουβέντα τα είχε όλα. Δεν είχαν να κρύψουν άλλωστε τίποτα οι νεαροί.
Όχι τον κο Θεμιστοκλή, δεν είχε τύχει να τον γνωρίζουν.
Δυο παιδιά εργατικά ήταν, από λαϊκές οικογένειες, που ο έρωτάς τους, τούς έστειλε την ευλογία του θεού, πριν από την ευλογία της εκκλησίας.
Δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκοι είναι οι αλήθεια, αλλά ο γάμος τους έγινε κατά τα οριζόμενα και κατά πώς η παράδοση ορίζει, όπως συνήθως συμβαίνει με χιλιάδες άλλα ζευγάρια.
Κάποιες αντιδράσεις, που δημιούργησαν στο περιβάλλον γύρω τους δεν άλλαξε την πορεία των πραγμάτων. Κατάσταση, όπως σε χιλιάδες άλλες περιπτώσεις τη βρίσκει κανείς
Από δουλειά, αυτός σ’ ένα συνεργείο αυτοκινήτων, αυτή πωλήτρια. Τίποτα το ιδιαίτερο δηλαδή. Όπως χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο.
Προίκα δεν υπήρχε, αν και ο πατέρας δήλωσε πως «εγώ δεν είμαι θεός να αδικώ. Ό,τι έχω θα τα δώσω εξίσου σε όλα τα παιδιά μου». Η αλήθεια είναι ότι ο λόγος αυτός ήταν εντυπωσιακός, «εγώ δεν είμαι θεός να αδικώ», και λίγο βλάσφημος ίσως, αλλά ήταν η σκέψη ενός απλού εργατικού ανθρώπου όπως χιλιάδων άλλων, σαν κι αυτόν.
Τα όνειρά τους, ένα σπίτι να χωρέσει την αγάπη τους και τα παιδιά τους, ήδη το ένα το είχαν «δρομολογήσει» και μια ζωή ευτυχισμένη και αξιοπρεπή. Τίποτα πιο ειδικό, τίποτα πιο μεγάλο. Αυτό που ζουν χιλιάδες άλλοι πάνω στη γη.
Η κουβέντα κύλησε απλά, όμορφα, ζεστά.
Το καληνύχτισμα ήταν κι αντίο. Αύριο τα παιδιά θα γύριζαν στο σπίτι τους. Είχαν να προετοιμάσουν την υποδοχή του νέου μέλους και να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Βλέπεις η ζωή δεν έκανε διακρίσεις γι αυτούς, όπως για χιλιάδες άλλους.
Το νέο ζευγάρι έφυγε, η παρουσία του όμως έμεινε να έχει καταλάβει κάθε γωνιά του «φιλόλογου» δωματίου αλλά και την καρδιά του κου Θεμιστοκλή.
Ένοιωθε μια πληρότητα και μια ευγνωμοσύνη θα έλεγε, για την ώρα που του χάρισαν ετούτα τα παιδιά.
Η απόφαση ήταν ακαριαία.
Μπορεί τούτα τα πλάσματα να ήταν ασήμαντα για τους ερευνητές και τους ιστορικούς, απλοί αριθμοί στα Μητρώα των Δήμων, ή στα Φορολογικά Μητρώα, αυτός όμως θα φρόντιζε να μείνουν στην Ιστορία.
Πέταξε στο διπλανό καλάθι τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος που έγραφε και άρχισε το νέο.
Θα έβαζε όλη του την τέχνη για να το κάνει best seller και οι ήρωές του, να γίνουν γνωστοί σ’ όλο τον κόσμο.