Οποίος κοίταζε πιο προσεκτικά την κατασκευή θα παρατηρούσε ότι στην δεξιότερη θέση του δεύτερου ραφιού μετρώντας από κάτω ήταν γραμμένος ο αριθμός 15 και πως δυο θέσεις στα αριστερά δεν βρισκόταν το νούμερο 13 πάρα το 12. Αντίθετα στην θέση δίπλα στο 12 ήταν βαμμένο το νούμερο 14. Τι νόημα είχε κάτι τέτοιο; Και που κρεμόταν δηλαδή το κλειδί του δωματίου με το νούμερο 13;
Όταν ανέλαβε η κα Ευδοξία το ξενοδοχείο δεν υπήρχαν διακοπές στην αρίθμηση των θέσεων. Τότε βρισκόταν κατά συνέπεια το κλειδί του δωματίου νούμερο 28 στην τελευταία θέση στα δεξιά του τέταρτου ραφιού.
"Δεν υπήρχαν μέχρι τώρα επισκέπτες για αυτό το δωμάτιο", προσπαθούσε να δικαιολογηθεί στον Χρήστο όταν την ρωτούσε γιατί παρέμενε άδειο. Επειδή δεν καταλάβαινε ακριβώς το σύστημά της με βάση του οποίου διάλεγε τα δωμάτια, σιωπούσε. Παρόλα αυτά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό με το νούμερο 13 ήταν τόσο ιδιαίτερο που δεν βρισκόταν ούτε ένας άνθρωπος να μείνει εκεί κάποιες μέρες ή πιο σωστά νύχτες, γιατί επί το πλείστον πηγαίνει κανείς στα ξενοδοχεία για τον ύπνο αφού την ημέρα περνά τον χρόνο του καλύτερα σε δουλειές, αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία ή σε κάποια αξιοθέατα της περιοχής. Με τον καιρό σταμάτησε να ρωτά. Ένα τυχαίο συμβάν όμως που θα μπορούσε να είχε μοιραίες συνέπειες ανάγκασε την κα Ευδοξία να παραδεχτεί ότι έπρεπε να πάρει δραστικά μέτρα.
Μια μέρα που καθόταν ο Χρηστός στην ρεσεψιόν για πέντε λεπτά, όσο χρειαζόταν η κα Ευδοξία για να πιει το απογευματινό καφεδάκι της στο καφενείο του Αρίστου, ήρθε ένα νεαρό ζευγάρι με ένα κοριτσάκι. Το κοριτσάκι λεγόταν Ευανθία-Αικατερίνη. Το επίθετο της όπως και τα ονόματα των γονέων είχαν ξεχαστεί και οι καταγραφές στο βιβλίο είχαν ξεθωριάσει σε σημείο ώστε να είναι αδύνατον να διαβαστούν πλέον. Θυμόταν όμως ότι μένανε στην Αμφιλοχία, ο κύριος ήταν γιατρός και η κυρία φαρμακοποιός. Όταν είπαν ότι δεν είχαν κλείσει δωμάτιο, αλλά θα χρειαζόντουσαν ένα για μια νύχτα, αναρωτήθηκε ο Χρηστός αν έπρεπε να περίμενε να έρθει πρώτα η κα Ευδοξία γιατί ένιωθε πολύ άβολα σε αυτή την πλευρά του γκισέ και αν δεν κοιμόταν η μικρή στην αγκαλιά της μαμάς, μάλλον θα περιμένανε. Όμως ήταν φανερό ότι η μητέρα μετά βίας μπορούσε να κράτα το βάρος της κοιμισμένης κόρης της και δεν βαστούσε η καρδιά του να τους άφηνε να περιμένουν. Αποφάσισε ότι θα τους έδινε εκείνος ένα δωμάτιο. Τι στο καλό, τόσο δύσκολο ήταν; Πώς τα κατάφερνε η κα Ευδοξία τόσα χρόνια, ήταν πιο έξυπνη από εκείνον;
Εψαξε με τα ματια του την κατασκευή με τα ράφια για μια θέση με ένα κλειδί, αλλά ήταν σχεδόν όλες άδειες ή είχαν μηνύματα, ένδειξη δηλαδή ότι ήταν όλα πιασμένα. Ήταν το Σαββατοκύριακο πριν την Καθαρά Δευτέρα και είχαν για πρώτη φορά από τότε που άνοιξαν το ξενοδοχείο τόσο πολλούς επισκέπτες. Όλα τα δωμάτια ήταν πιασμένα, όλα εκτός από αυτά με τον αριθμό 13 και 14. Χάρηκε που θα μπορούσε να τους εξυπηρετήσει. Το ζευγάρι φαινόταν κουρασμένο από το ταξίδι και τα ρούχα τους ήταν τσαλακωμένα και μέσα στις σκόνες. Μα καλά με γάιδαρο ταξιδεύανε; αναρωτήθηκε όσο έγραψε τα στοιχεία τους στο βιβλίο των επισκεπτών. Πήρε το κλειδί, δυο από τις συνολικά τρεις βαλίτσες τους και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Το δωμάτιο με το νούμερο 13 ήταν η πέμπτη πόρτα στα αριστερά του διαδρόμου μόλις ανεβαίνανε στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου με τα 28 δωμάτια.
Άφησε τις αποσκευές στο πάτωμα προκειμένου να ανοίξει την πόρτα, έβαλε το κλειδί στην κλειδωνιά αλλά δεν πρόλαβε να το γυρίσει.
Η θυμωμένη φωνή της κας Ευδοξίας που τον ρωτούσε τι νόμιζε ότι έκανε εκεί, να δώσει στους ανθρώπους αυτό το δωμάτιο τον έκανε να μην συνεχίσει την κίνησή του.
Την κοίταξε να στέκεται στην αρχή του διαδρόμου με ένα άλλο κλειδί στο χέρι. Το αριστερό της φρύδι στεκόταν ψηλότερα από το δεξί, ως ένδειξη ότι έβλεπε κάτι με το οποίο δεν συμφωνούσε. Δεν του είχε βάλει ποτέ τις φωνές μπροστα σε επισκεπτες, την ηξερε όμως αρκετα καλά για να καταλαβαίνει ότι θα είχε σίγουρα έναν πραγματικά σημαντικό λόγο. Με το κλειδί στο χέρι πέρασε μπροστά τους, προσπέρασε το δωμάτιο με το νούμερο 13 και άνοιξε αυτό μια πόρτα πιο πέρα.
Εύχομαι να έχετε μια καλή διαμονή στο ξενοδοχείο μας. Αν χρειασθείτε κάτι, θα χαρούμε αν μπορούμε να σας φανούμε χρήσιμοι είπε και έγνεψε στον Χρήστο με νόημα. Έπρεπε να αφήσουν την οικογένεια να ξεκουραστεί και θα του εξηγούσε αργότερα ποιο μοιραίο λάθος παραλίγο να είχε κάνει.
Την επόμενη μέρα θα άλλαζε την αρίθμηση στη κατασκευή και θα πέταγε το κλειδί του δωματίου με το νούμερο 13 κάπου μακριά.
Δεν θα είχε θέση πλέον στην κατασκευή, δεν θα είχε επισκέπτες. Δεν θα ζητούσαν οι επισκέπτες να καθαριστεί, δεν θα τους ευχαριστούσε, ούτε θα τους στεναχωρούσε. Δεν θα ήταν μικρό ή μεγάλο, ήσυχο ή στην θορυβώδη πλευρά του κτιρίου, δεν θα ήταν μοντέρνο ή διακοσμημένο έτσι ώστε να αντανακλά το γούστο ατόμων περασμένης ηλικίας. Δεν θα είχε μπάνιο ή ντουζιέρα. Δεν θα είχε επισκέπτες που ερχόντουσαν τακτικά. Δεν θα είχε μαλακό κρεβάτι, χοντρή μοκέτα, γουστόζικα κάδρα στους τοίχους. Ούτε παράθυρα με θέα. Ούτε καν παράθυρα. Δεν θα είχε τοίχους για να χρειάζεται παράθυρα.
Το δωμάτιο με το νούμερο 13, δεν θα τα είχε όλα αυτά γιατί δεν θα υπήρχε πλέον.