Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2006

ΚΕΦΑΛΑΙΟ -11- Ο απογευματινός επισκέπτης

Τρόπος του λέγειν «γύρισε πλευρό» γιατί έπρεπε ακόμα μια βδομάδα να παραμείνει ξαπλωμένη χωρίς να πατικώνει την αριστερή της πλευρά. Ολο προς τη δεξιά ήταν στραμμένη, και κάποτε ανάσκελα. Ευτυχώς, το αριστερό της χέρι που ήταν εξασκημένο εξίσου καλά με το δεξί, δεν τη δυσκόλευε καθόλου αυτό τον καιρό που ήταν υποχρεωμένη να το χρησιμοποιεί περισσότερο.

Όπως κινήθηκε ελαφρά η κυρία Μερόπη, άγγιξε τον παχύ φάκελο που είχε χώσει βιαστικά κάτω από το μαξιλάρι της. Σκέφτηκε να τον ανοίξει, αλλά το ανέβαλλε. Ηθελε να υπάρχει και κάποιος άλλος κοντά της, μη της έρθει κάνας κόλπος. Ο Μάρκος της ή ο Μανόλης; Μάλλον ο Μάρκος. Τον Μανόλη τον φοβόταν λίγο, αντιδρούσε απότομα και ώρες ώρες ήταν απρόβλεπτος. Ανοιξε το χαζοκούτι που μετέδιδε ποδόσφαιρο και δεν άργησε να την πάρει ξανά ο ύπνος.

Την ξύπνησε το διακριτικό χτύπημα στην εξώπορτα και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βάλει μια φωνή:

-Ποιος είναι;
-Εγώ είμαι κυρία Μερόπη, ο Θέμης ο κεραμιδάς από το Μαρούσι!

Ωχ, σκέφτηκε η γυναίκα, τι να θέλει τέτοιαν ώρα; Κοίταξε το ρολόι, μόλις εξήμισυ ήταν ακόμα, νωρίς σχετικά. Σήκωσε λίγο τα σκεπάσματα, έκανε να τα σιάξει, ξανάβγαλε ένα «ωχ» σπαραχτικό και ξαναφώναξε:

-Εμπα κύριε Θέμη, ανοιχτά είναι!
-Μα πού είσαι κυρία Μερόπη;
-Εδώ, στην κάμαρη, έχω σπάσει το πλευρό μου, να πάρει η ευχή να πάρει!
-Ω, με συγχωρείς, δεν το ήξερα.. Να έρθω άλλη μέρα;
-Όχι, κύριε Θέμη μου, έλα, πάρε μια καρέκλα να καθίσεις να μου πεις πώς έγινε και με θυμήθηκες.. παρεΐτσα θέλω και ’γω..
-Και πώς τα βολεύεις τώρα; Είναι πολλές μέρες που το ’χεις σπασμένο; Εχεις γύψο;
-Όχι κύριε Θέμη μου, δεν κολλάνε με γύψο τα πλευρά παναθεμάτα!
-Ακινησία, ε; Φοβερό για μια γυναίκα σαν και του λόγου σου..
-Ναι, φοβερό, αλλά είχα καιρό να ξεκουραστώ έτσι.. Ευτυχώς που έσπασε και με είδε λίγο το κρεβάτι μου!

Ο κύριος Θέμης, παίρνοντας μια καρέκλα από την κουζίνα, μπήκε στο δωμάτιο. Είχε κάτι μήνες να δει την κυρία Μερόπη και του φάνηκε τώρα πολύ αδύναμη και άσπρη κάτω από τη γκρίζα κουβερτούλα της.

-Μια χαρά σε βρίσκω κυρία Μερόπη! Μπόρα είναι θα περάσει.. Σιδερένια!
-Μια χαρά και δυο τρομάρες να λες.. Να ’ναι καλά τα παιδιά που με φροντίζουν.. νοικοκυρόπαιδα..
-Εμ τίνος θα μοιάζανε; Από τέτοια μάνα και τέτοιο πατέρα, τι άλλο θα βγαίνανε; Εχεις καλά παιδιά κυρία Μερόπη και τώρα, στη δυσκολία, το καταλαβαίνεις πιο καλά..
-Ναι, έτσι είναι.. Αλλά, για λέγε κύριε Θέμη, πώς κι από δω; Περνούσες τυχαία ή θέλεις κάτι τι; Από το Μανόλη μήπως;

Ο νους της πήγε κατευθείαν στο Μανόλη της, που, σαν καλός υδραυλικός που ήταν, τον ζητούσανε συχνά στο τηλέφωνο για δουλειές.

-Όχι, όχι, εσένα θέλω κυρία Μερόπη και χαίρομαι που είμαστε μόνοι να στο πω ξεκάθαρα.

Ωχ, σκέφτηκε η κυρία Μερόπη, δε θα είναι για καλό. Εχει γούστο να μου ξεφουρνίσει τίποτα για γάμους και καραγκιοζιλίκια. Ο κύριος Θέμης, αντιλαμβανόμενος την ανησυχία της, βιάστηκε να απαντήσει.

-Πρόκειται για τον αδελφό μου που πέθανε στο μοναστήρι, τον Ακύλα..
-Α, τον Αντώνη λες.. Ακύλας ήτανε το καλογερικό του;
-Ναι, Ακύλας. Ξέρει ο γιος σου έναν Ακύλα, έτσι δεν είναι;
-Όχι.. δε νομίζω.. Α! ναι, τώρα θυμήθηκα. Είναι ένας τύπος που θα τον βοηθήσει με το στρατιωτικό του, λέει.. Αλλά, εσένα, τι σε νοιάζει.. Και, πού το έμαθες;
-Δεν είμαστε παιδιά κυρία Μερόπη και θα στα πω στα ίσια. Ακουσα το όνομα αυτό από την κυρία Καίτη..
-Χμμ.. την τραγουδιάρα;
-Καλή κυρία είναι..
-Κερί και λιβάνι, αλλά τελοσπάντων.. ελπίζω να μη ζητήσει κάτι πονηρό από το Μάρκο μου.. Για πες λοιπόν! Τι έχει να κάνει το όνομα Ακύλας;
-Εχει να κάνει επειδή ο αδελφός μου είχε ένα εξώγαμο..

Στο σημείο αυτό, ο κύριος Θέμης εξιστόρησε με κάθε λεπτομέρεια την περιπέτεια του αδελφού του και τη δική του υποψία ότι αυτός ο σαραντάρης, στο περίπου, Ακύλας από το χωριό της Τριχωνίδας θα μπορούσε να ήταν ο ανεψιός του και πως ήθελε, αν ήταν αυτός, να τον περιλάβει στη διαθήκη του, μη τα φάει όλα ο γκρινιάρης ο Κώστας ο ταβερνιάρης.

-Παπαπαπα! Φαντασία που την έχεις κύριε Θέμη μου.. ωχ! Μη γελάσω και πονάει το πλευράκι μου.. Πάλι όμως.. όπως τα λες.. στ’ αλήθεια θα μπορούσε.. Εμένα όμως, τι με θέλεις και μάλιστα μυστικά; Το Μάρκο θα πρέπει να ρωτήσεις.
-Εσένα θέλω, ψυχούλα μου, να ρωτήσεις με τρόπο το Μάρκο να μάθουμε τα στοιχεία του ανθρώπου, να ερευνήσω.. μη τον ενοχλώ τον άνθρωπο τζάμπα και βερεσέ.
-Εχεις δίκιο, θα το φροντίσω, μείνε ήσυχος. Γράψε μου το τηλέφωνό σου εδωνά να το έχω πρόχειρο.. άμα μάθω, θα σε πάρω να σου πω. Ανοιξε κάλλιο το ψυγείο να κεραστείς κάτι τώρα και φέρε μου και λίγο νεράκι..

Εκατσε λίγο ακόμα ο κύριος Θέμης, από ευγένεια, μη φύγει σαν κυνηγημένος μόλις έκανε τη δουλειά για την οποία είχε έρθει, και μιλήσανε για ένα σωρό πράγματα με την κυρία Μερόπη. Κυρίως, είπανε για την Καίτη Ντράϊμπαν. Τόσα καλά λόγια αράδιασε για κείνην ο κύριος Θέμης ώσπου να φύγει, που η κυρία Μερόπη κόντεψε να αλλάξει ιδέα για το ποιόν της και να τη βλέπει συμπαθητικά. «Τόσο πολύ να πέφτω έξω;» έλεγε από μέσα της αρκετή ώρα μετά και απαντούσε στον εαυτό της «Ο φόβος και η προστασία της μάνας στραβώνουν που και που».

Κοίταξε το ρολόι μόλις έκλεισε πίσω του την πόρτα ο απογευματινός επισκέπτης και ήταν κιόλας οχτώ. Αναψε το χαζοκούτι, είχε ειδήσεις και το ξανάκλεισε. Ψαχούλεψε κάτω από το μαξιλάρι, ο φάκελος ήταν στη θέση του. Ενοιωθε έναν εκνευρισμό, ήθελε να πάει και στο καμπινέ και ο Μάρκος άφαντος ακόμα. «Το έχω ζορίσει το παιδί» μουρμούρισε «νέο παιδί είναι, βαρύ να φροντίζει μια γριά με σπασμένο πλευρό» ξαναμουρμούρισε χωρίς να τα πιστεύει αυτά που ξεφούρνισε -για το ‘γριά’, το πλευρό ήταν πράγματι σπασμένο.

Πάνω που έλεγε να το πάρει απόφαση να σηκωθεί μονάχη της, ακούστηκε το αυτοκίνητο να παρκάρει στις πλάκες της αυλής. Ητανε ο Μάρκος, που γύριζε ευδιάθετος, γιατί ένα χαρούμενο σφύριγμα έβγαινε από τα χείλη του καθώς έμπαινε στο σπιτάκι του κήπου.

-Πού να στα λέω μανούλα μου! Τάξε μου να σου πω! Εξαιρετικός κύριος ο κύριος Ακύλας! Σκέτος τζέντλεμαν!