Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαμπρούκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαμπρούκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2006

Νοέμβρης Μήνας

"Θα κεντήσω πάνω στου αλόγου σου τη σέλα,
με διαμαντόπετρες σωρό, του φεγγαριού το πήγαιν' ελα,
στο πελαγήσιο το νερό, αγόρι μου να σε χαρώ"
Το κοίταζε στα μάτια, και τα δικά της γεμίζαν δάκρυα. Τρέχανε στα μάγουλα της και τα αυλακώνανε, κι ύστερα οι σταγόνες γέμιζαν και πέφταν με ορμή στα δικά του μάτια. Μωρό, έξι μηνώ ήταν δεν ήταν.
Έξι μήνες πρίν, αυτό το μωρό σήμαινε τα πάντα. Ήταν ο προάγγελος μιας καινούριας ζωής. Ο Παύλος είχε γυρίσει από την αναγκαστική στράτευση, είπε θα ξεκόψει και από το κόμμα, έψαχνε να βρει δουλειά, πιάσαν και ένα μικρό σπιτάκι στην Πατησίων απέναντι από τον ΟΤΕ.
Κι ύστερα εκείνη η μέρα. Η κατάληψη της Νομικής, η πορεία προς το Πολυτεχνείο, η αστυνομία, οι σφαίρες ντουμ-ντουμ, τα παιδιά που τρέχανε σαν τρελλά στους δρόμους, το αίμα στα πεζοδρόμια, οι συλλήψεις. Κι ο Παύλος, σαν άγγλος στο ραντεβού του ήταν εκεί. Περνούσα τυχαία, της είπε αλλά εκείνη δεν τον πίστεψε. Και είχε απόλυτο δίκιο. Δεν βρέθηκε τυχαια εκεί. Ήταν σαν έτοιμος από πάντα για τη μεγάλη στιγμή. Αυτή που χρόνια ολόκληρα τη σχεδίαζε και την ξανασχεδίαζε στο μυαλό του.
Την ονειρεύτηκε τις νύχτες που το κορμί του σαν κούτσουρο ξάπλωνε κατάχαμα στη Σαμοθράκη της στρατιωτικής του θητείας, τη φαντάστηκε τις αξημέρωτες νύχτες στα κρατητήρια της ΕΣΑ που οι φωνές από το ξύλο των συντρόφων στοιχειώνανε τα όνειρα του. Και τώρα ήταν κοντά, το ένιωθε. Δε θα το έχανε για τίποτα αυτό το ραντεβού.
Τη Μίρκα την ενημέρωσε ο Γιάννης. Θυμάται ακόμα εκείνη τη στιγμή. Ξέρεις Μίρκα, ο Παύλος είναι στο Πολυτεχνείο. Ε και; Το μεσημέρι θα ρθεί, δεν είναι έτσι; Μίρκα μου είπε να μην τον περιμένεις. Πρόσεχε το παιδί. Αυτό μου είπε να σου πω...
"Και όταν θα ρθουν οι καιροί,
που θα χει σβύσει το κερί στην καταιγίδα,
Υπερασπίσου το παιδί,
γιατί αν γλυτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα
"
Τι εννοούσε; Τι θα πει πρόσεχε το παιδί; Έριξε μια πλεχτή σάρπα πάνω της και τράβηξε για το Πολυτεχνείο. Έτρεχε αλλά τα πόδια της ήταν τόσο βαριά, σαν να της είχαν περάσει αυτές τις σιδερένιες μπάλες που φοράν στους κατάδικους. Στο δρόμο κόσμος πολύς. Έσπρωχνε και τη σπρώχνανε. Κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά. Μα τί της είχε έρθει και το έβγαλε έξω; Δεν είχε καν σαραντήσει. Όσο κατέβαινε την Πατησίων ο κόσμος γινόταν περισσότερος. Άντρες, γυναίκες, παιδιά μοιράζαν φειγ-βολάν, φωνάζαν συνθήματα, σταματούσαν τα λεωφορεία. Ποιοί ήταν όλοι αυτοί, που ήταν ο Παύλος της;
Τον βρήκε σκαρφαλωμένο στην πόρτα. Τον είδε από μακρυά. Θεε μου τι όμορφος που ήταν. Κρατούσε μια Ελληνική σημαία και φώναζε συνθήματα. "Κάτω η Χούντα", "Ψωμί - παιδεία - Ελευθερία". Τί σημαίναν όλα αυτά; Δεν ήξερε. Δεν την ένοιαζε. Η Μίρκα δε θα έριχνε τη Χούντα. Αυτό το έκανε ο Παύλος και για τους δυο τους. Η Μίρκα ήξερε ότι τον αγαπούσε. Όμοιος Θεός, με τα μαλλιά του να ανεμίζουν στο ελαφρύ αεράκι του Νοέμβρη. Πάντα ήταν ζεστός ο Νοέμβρης στην Αθήνα. Σαν το κύκνειο άσμα του καλοκαιριού, πριν παραδωθεί άνευ ορων στη λύσσα του χειμώνα. Έριξε το βλέμμα της στο γιο τους. Έφυγε χωρίς να του μιλήσει, χωρίς να του πει μια λέξη.
Τις επόμενες μέρες πήγαινε κάθε μέρα στο Πολυτεχνείο. Ήταν πάντα εκεί, σκαρφαλωμένος στο ίδιο σημείο της καγκελόπορτας. Αμετακίνητος θαρρείς. Τον κοιτούσε απο μακρυά και ένιωθε περήφανη. Τι κι αν η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελλή από το φόβο, ειδικά όταν αντίκρυζε ασφαλίτες. Είχαν πια περικυκλώσει ολόκληρο το πολυτεχνείο, περιφέρονταν ανάμεσα στο πλήθος σαν απλοί πολίτες, όμως πίσω από τα μαύρα τους γυαλιά αποτύπωναν κάθε φιγούρα, κάθε κίνηση που θεωρούνταν ανατρεπτική.
Ο Παύλος είχε προσπαθήσει κι άλλες φορές να της στείλει μηνύματα, όμως ήταν πολύ ντροπαλός για να της μηνύσει μέσω τρίτου πόσο πολύ την αγαπάει. Ένα πρωί την αναγνώρισε μέσα στο πλήθος. Μίρκα, Μίρκα της φώναξε, μα η φωνή του χάθηκε μες τα συνθήματα. Μίρκα σ' αγαπώ. Εκείνη είχε γυρίσει ήδη την πλάτη της. Οι λέξεις του δε φτάσαν ποτέ στ' αυτιά της. Πέσαν κάτω, στη μέση εκεί της Πατησίων. Το σ' αγαπώ του έγινε κουβάρι με το ψωμί και την παιδεία των συνθημάτων, το αεράκι το πήγε μέχρι την οδό Τοσίτσα, κι ύστερα έπεσε βαρύ και κουρασμένο και ποδοπατήθηκε από τους διαδηλωτές, τους ρουφιάνους και τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν με δυσκολία το πλήθος.
Το βράδυ είδε απ΄το παράθυρο της τα τανκς να περνούν. Οι ερπύστριες κάναν τόσο θόρυβο που δεν μπορούσες να ακούσεις ούτε τη σκέψη σου. Έτρεξε και πήρε το παιδί στην αγκαλιά. Κάτω απο το στρώμα του είχε μια εικόνα του Αη Γιώργη. Την πήρε στα χέρια της, προσευχήθηκε. Τα μάτια της έκλαιγαν. Ήξερε πως είχε έρθει η ώρα.
Το πρωί τα πάντα ήταν αλιώτικα. Ο ήλιος βγήκε δειλά να φωτίσει, μα οι αχτίδες του όσο κι αν πάσχιζαν δε διαπερνούσαν το σκοτάδι που είχε ποτίσει θαρρείς τα πάντα. Το χτύπημα στην πόρτα ακούστηκε δειλό. Άνοιξε και είδε το φάντασμα του Γιάννη. Κίτρινος σαν το φλουρί, τα χείλη του πληγωμένα. Ο Παύλος δεν είχε φύγει ποτέ από τη θέση του. Έμεινε εκεί σκαρφαλωμένος στα κάγκελα. Οι ερπύστριες είχαν περάσει από πάνω του. Πέταξε, της είπε ο Γιάννης. Ναι πέταξε...
"Αχ χελιδόνι μου, πως να πετάξεις σ' αυτό το μαύρο τον ουρανό,
αίμα σταλάζει το δειλινό, και πως να κλάψεις, και πως να κλάψεις... Αχ χελιδόνι μου"