Δώσε του φλύαρους τύπους και πάρε του την ψυχή. Ψυχή, τι ψυχή; Μπορεί ένα δωμάτιο να έχει ψυχή; Όλα αυτά τα χρόνια που διεύθυνε η κα Ευδοξία το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, πως βεβαίως και έχει ένα δωμάτιο ψυχή. Μπορεί να μην είναι αισθητή στους ανθρώπους, αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτε. Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που δεν αισθανόμαστε άλλα αυτό το γεγονός δεν τα εμποδίζει στο ελάχιστον να υπάρχουν, ούτε αποδεικνύει αντίθετα την ανυπαρξία τους.
Το νούμερο 5 λοιπόν ήταν ένα φιλόλογο, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, δωμάτιο. Αγαπούσε τις λέξεις, τις σκέψεις, τους συνειρμούς. Ότι είχε να κάνει με την λεκτική επικοινωνία ήταν για εκείνο βάλσαμο αρκεί να συνέβαινε με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να το άκουγε. Ένας συγγραφέας παραδείγματος χάριν δεν θα έμενε για πολύ καιρό ευπρόσδεκτος, άμα δεν συνήθιζε να διαβάζει δυνατά τα δοκίμιά του, ή κατά την διάρκεια της προετοιμασίας καινούργιων να τα λέει στον εαυτό του. Με τίποτε δεν χορτάτε τις λέξεις, δεν τις έκρινε, αλλά είχε και ένα κουσούρι. Βαριόταν τις επαναλήψεις. Όσο και φλύαροι να ήταν μερικοί μερικοί, αν στις 20 λέξεις, 5 φορές ακουγόταν το "να ΄ουμε" , πάλι θα τους έδειχνε με τον ευγενικό και ξεκάθαρο τρόπο την πόρτα της εξόδου.
Έτσι προτιμούσε το ένα ή τα τρία άτομα από τα ζευγαράκια. Είχε προσέξει πως η επικοινωνία δυο ανθρώπων κατά την κοινή απασχόληση τους με κάποια πράγματα, την έννοια των οποίων δεν μπορούσε να συλλάβει η διάνοιά του, αυτή ενός δωμάτιου, είναι πολύ περιορισμένη. Αντί για προτάσεις, χρησιμοποιούνται στεναγμοί, αναπνοές, κινήσεις, ρυθμοί και αν τελικά κάποιες λέξεις ειπωθούν, θα είναι σύντομες και το περιεχόμενό τους μάλλον θα επαναλαμβάνεται.
Αντίθετα ένα άτομο που έχει να πει πολλά στον περίγυρό του, αλλά δεν έχει έναν, αρχίζει ζητώντας την ανακούφιση να τα λέει στον εαυτό του. Και όσο δεν είχε αντίλογο, ο οποίος ίσως να τον φρέναρε, συνεχίζει απτόητος μέχρι να το βγάλει από πάνω του το φορτίο των υπεράριθμων λέξεων. Είχε παρατηρήσει πως συχνά ήσαν γυναίκες αυτές που επί το πλείστον τον ικανοποιούσαν, αλλά δεν ήταν προκατειλημμένος. Ένας κύριος, ή ένα τετράχρονο παιδάκι είχε τις ίδιες δυνατότητες να του δώσει την ευχαρίστηση, αρκεί να είχε ευρύ λεξιλόγιο και προπάντων να το χρησιμοποιούσε. Από αυτήν την άποψη ο τετράχρονος βρισκόταν σίγουρα πιο κοντά στο προσδοκώμενο γιατί δεν είχε μάθει ακόμα να σιωπά σεβόμενος ίσως κάποιους κοινωνικούς κανόνες και ο κύριος θα έπρεπε, αν του άρεσε το δωμάτιο και ήθελε να παραμείνει εκεί, να κάνει μια ειλικρινή προσπάθεια ανοίγοντας επιτέλους το στόμα του μετά από 40 χρόνια μονόλογων της γυναίκας του.
Ένα τρίο είχε όμως πολύ κάλες πιθανότητες να παράγει πολλές και διαφορετικές λέξεις. Η συζήτηση τριών ατόμων μπορεί να συνεχίζεται χωρίς σταματημό. Κάτι που θα πει ο ένας μπορεί να μην αφορά τον δεύτερο αλλά τον τρίτο, να απαντήσει με ένα θέμα που όμως γνωρίζει ο δεύτερος, να μπει εκείνος στο λεκτικό παιχνίδι και να φουντώσει κυριολεκτικά μια πυρκαγιά προτάσεων, από το αλφά, να βρεθούν στο βήτα, μετά στο όμικρον, α δεν τελειώσαμε το βήτα να θυμηθούν, και ούτω κάθε έξης. Αυτές οι παρέες των τριών ήσαν οι πλέον επιθυμητές αλλά άκρως σπάνιες.
Η δεσποινίδα του δωματίου με το νούμερο 5 είχε σταλθεί στο ξενοδοχείο συστημένη από έναν γνωστό της που τύγχανε να κάνει στην περιοχή το στρατιωτικό του, ο οποίος με την σειρά του το είχε ακουστά από τις συζητήσεις του με την κυρία με το βελούδινο καπέλο. Εκείνη έμενε πάντα στο δωμάτιο με το νούμερο 12, ένα όροφο πιο ψηλά στην ίδια πλευρά του κτιρίου. Ο γνωστός της δεσποινίδας, είχε ακριβώς το ίδιο προσόν με εκείνη, ήταν φλύαρος. Μια φορά κάθε τρεις μήνες μαζεύανε οι υπόλοιποι στη μονάδα λεφτά για να τον στείλουν 2 μέρες διακοπές, δυο μέρες στις οποίες θα έπρεπε να άδειαζε από λέξεις, όπως του είπαν σαφώς και κατηγορηματικώς γιατί δεν αντέχανε άλλο την πληθώρα προτάσεων που προερχόταν από το στόμα του.
Η δεσποινίδα τον γνώρισε πριν 2 χρόνια κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού με το τρένο. Κατέβαινε παραμονή πρωτοχρονιάς να περάσει τις χρονιάρες μέρες με την μαμά της. Στην γεμάτη με 8 άτομα κουκέτα κάθονταν από την αρχή της διαδρομής ο ένας απέναντι στον άλλο. Δεν άργησαν καθόλου να πιάσουν συζήτηση, ήταν και σε παρόμοια ηλικία, οπότε, αν και άγνωστοι μεταξύ τους, βρήκαν πολλά να πουν. Στην αρχή ήταν ευχάριστο για τους υπόλοιπους της κουκέτας να ακούνε το Πινγκ πονγκ των φωνών τους, αλλά μετά από τα 100 χιλιόμετρα και με την ιδέα ότι είχαν μπροστά τους άλλα 300 άρχισε ο ένας μετά τον άλλο να ψάχνει για μια άλλη θέση σε ένα διπλάνο βαγόνι. Σιγά σιγά και χωρίς να το καταλάβουν, τόσο καλά είχαν προσηλωθεί στην συζήτησή τους, έμειναν μόνοι. Ούτε που ξαφνιάστηκαν όταν είδαν τον κόσμο να στοιβάζεται στους διάδρομους, αλλά να μην τολμά κανείς να ανοίξει την πόρτα της κουκέτας τους, στην κουβέντα τους εκείνοι. Επιτελούς είχαν βρει κάποιον ο οποίος δεν τα έβαζε στα πόδια μόλις ανοίγανε το στόμα τους, παρά άκουγε και όταν απαντούσε δεν ήταν εκείνο το σύνηθες, μ, ναι, αχά παρά ολόκληρες προτάσεις, με καινούργια θέματα ως περιεχόμενο, που οδηγούσαν σε άλλες ιδέες για διαφορετικές απόψεις των πραγμάτων. Σύντομα νιώσαν μια διανοητική σύνδεση, την αίσθηση ότι ξέρουν τον άλλο σαν να γνωριζόντουσαν από παλιά. Ήταν μια οικεία και φιλική κατάσταση, κάτι το εύκολο, χωρίς αναστολές, απλόχερο και απελευθερωτικό.
Δεν μπορούσε πάρα να της αποκαλύψει το μυστικό του δωματίου με τον νούμερο 5. Όμως έπρεπε να πάει και εκείνη να το ζήσει από κοντά αλλιώς δεν θα τον πίστευε.
Οι λέξεις που θα ειπωθούν κατά την διάρκεια της ημέρας εκεί δεν χάνονται, το βράδυ τις χρησιμοποιεί το δωμάτιο για να προσελκύσει εκείνο με το νούμερο 12.