Η κα Ευδοξία δεν έλεγχε τα δωμάτια, διάλεγε μεν ποιο από όλα θα έδινε σε κάποιο επισκέπτη, αλλά ήταν απόφαση του δωματίου ποιος ήταν εκεί ευπρόσδεκτος ή όχι. Με τα χρόνια είχε αναπτύσσει το καθένα από μόνο του ιδιαίτερες προτιμήσεις και είχαν φτάσει σε σημείο να μπορούν να πείθουν τους παράταιρους πως θα ήταν καλύτερο αν ζητούσαν την μεταφορά τους το συντομότερο δυνατό κάπου αλλού.
Ο κύριος που ανέβηκε την σκάλα πίσω από το φορτωμένο με βαλίτσες Χρήστο στέγνωσε τον ιδρώτα του με το μαντίλι.
"Πιο ψηλά δεν βρήκανε να με βάλουνε", σκέφτηκε όσο έβλεπε πως αυτές οι σκάλες δεν είχαν τελειωμό.
"Ασανσέρ δεν έχετε"; ρώτησε
"Όχι, λυπάμαι, αλλά δεν χρειαζόμαστε πολύ ακόμα. Θα δείτε το δωμάτιο θα επιβραβεύσει την δυσκολία της ανάβασης" εισέπραξε μαζί με το σύνηθες ειλικρινές χαμόγελο του Χρήστου.
"Ανάβαση... αρχίσανε και οι πορτιέρηδες να μας κοροϊδεύουν" σκέφτηκε πατώντας επιτέλους το πόδι του στο έδαφος του δεύτερου ορόφου. 32 σκαλιά, τα είχε μετρήσει, όπως πάντα όταν ανέβαινε ή κατέβαινε τις σκάλες ενός κτιρίου. Ήταν τριάντα χρόνων, ούτε λεπτός, ούτε παχύς, ούτε κοντός, ούτε ψήλος, ούτε όμορφος, ούτε άσχημος, αλλά ιδρωμένος και κουρασμένος χωρίς προηγούμενο. Ήταν δυνατόν να μπορούν 32 σκαλιά να έχουν μια τέτοια επίδραση σε ένα τόσο νέο άτομο; Και όμως, από τότε που είδε την αναπαυτική μπλε πολυθρόνα στο φόντο, δίπλα στο κρεβάτι, 3 βήματα μπροστά από τον Χρήστο, δεν έβλεπε πλέον την ώρα και τη στιγμή να πέσει σαν σακί γεμάτο βαρίδια πάνω της και να αναπαύσει το ταλαιπωρημένο κορμί του.
Όχι δεν ήταν οι δυο όροφοι και τα 32 σκαλιά η αιτία της εξάντλησης του. Ο λόγος ήταν η αϋπνία και το επάγγελμά του. Ήταν συγγραφέας παιδικών βιβλίων. "Τι περίεργο επάγγελμα" ήταν η αντίδραση, όταν έλεγε πως κέρδιζε το ψωμί του. "Τι δουλειά κάνετε;" Είχε αρχίσει να την μισεί την ερώτηση. Λεγόταν έτσι ουδέτερα χωρίς κανένα πραγματικό ενδιαφέρον κάτι ανάλογο του "ωραίος καιρός σήμερα" ή "προβλέψανε βροχή για το απόγευμα", όμως όταν έδινε την απάντησή του, μπορούσε να αναγνωρίσει σχεδόν πάντα ένα περίεργο βλέμμα λύπησης του τύπου, "αχ καημενούλη μου, σταυρό που κουβαλάς και εσύ, αν για κανονικός συγγραφέας δεν άρκεσε το ταλέντο σου, τι να κάνεις; Γράφε τώρα παιδικά βιβλία." Την τελευταία φορά που έχασε με την απάντησή του παντελώς το ενδιαφέρον μιας νεαρής κοπέλας που πολύ θα ήθελε να γνώριζε καλύτερα, το αποφάσισε. Την επόμενη φορά που θα τον ρωτούσαν θα έλεγε κάτι άλλο, κηπουρός, δικηγόρος, καπετάνιος ποταμόπλοιου, ότι και να του κατέβαινε, ότι να διάλεγε εκείνη την στιγμή, αποκλείεται να ήταν χειρότερο από το μισητό συγγραφέας παιδικών βιβλίων.
Έτσι και προηγουμένως στην ρεσεψιόν. Όταν τον ρώτησε η κα Ευδοξία τι επαγγέλλεται, απάντησε χωρίς να το πολύ σκεφτεί σερβιτόρος.
Είχε την αίσθηση πως κάτι συνέβαινε με την αναπαυτική μπλε πολυθρόνα οπού καθόταν. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, αλλά όταν την είδε είχε την εντύπωση πως ήταν ποιο φαρδιά στην επιφάνεια του καθίσματος. Όμως και το ύψος της, του φάνηκε πως είχε μεγαλώσει, ελάχιστα, αλλά τόσο ώστε να έχει αλλάξει η γωνία των γονάτων. Τι συνέβαινε; Είχε καθίσει σε μια από αυτές τις αμερικάνικες πολυθρόνες που με τηλεκοντρόλ αλλάζανε κλίση στην πλάτη και στο κάθισμα προκειμένου να έχει κανείς μια άνετη στάση σώματος, όσο βλέπει την αγαπημένη του τηλεοπτική σειρά; Αν ήταν έτσι που βρισκόταν το τηλεκοντρόλ να την βάλει στην αρχική κατάσταση; Έπρεπε να ομολογήσει πως παραήταν άβολο να κρέμονται τα πόδια χωρίς να μπορούν να ακουμπούν στο πάτωμα και ο ποπός του μετά βιας χωρούσε πλέον στο κάθισμα. Κοίταξε τριγύρω του, δεν είδε τίποτε, αποφάσισε ότι προτιμούσε να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Πάμπολλους μήνες είχε αϋπνίες. Υπέφερε μόνιμα από εξάντληση λόγο έλλειψης ύπνου. Αν έριχνε ένα γρήγορο υπνάκο για κανά δυο ωρίτσες;
Μετά θα έκανε ένα κρύο ντουζάκι και θα έγραφε στο laptop την συνέχεια του παραμυθιού "To ταξίδι σε μπαλόνι τριών κουταβιών και μιας πεταλούδας μέχρι το τέρμα του κόσμου". Είχε μείνει πίσω στο γράψιμο, σε λίγες μέρες έπρεπε να παραδώσει, αλλά το μυαλό του ήταν κόμπος. Αυτή την κατάσταση την ένιωθε ως την χειρότερη δυνατή. Εάν δεν είχε ιδέες μπορούσε να το δεχτεί. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να περιμένει να έρθει η έμπνευση. Όταν είχε ιδέες, τις έγραφε και προχωρούσε, αλλά όταν είχε πολλές και δεν είχε τρόπο να τις μετατρέψει σε λέξεις, ήταν σαν αυτόν που ψάχνει το όνομα ενός πράγματος, και δεν μπορεί να το πει, παρόλο που το έχει όλη την ώρα στο στόμα του αλλά δεν του βγαίνει.Ξάπλωσε στο μαλακό κρεβάτι. Εδώ ναι, σίγουρα θα μπορούσε να ξεκουραστεί και ίσως οι ιστορίες που θα χρειαζόταν για το παραμύθι να του εμφανιζόντουσαν στον ύπνο. "Ποτέ δεν ξέρει κάνεις" ψιθύρισε.
Έκλεισε τα μάτια του και ένιωσε την ανακούφιση του εξαντλημένου σώματός του να βυθίζεται αργά στα μαλακό στρώμα. Τράβηξε το πάπλωμα πάνω του και ένιωσε την γλυκιά ζέστη να τον χαϊδεύει απαλά. Χαμογέλασε με κλειστά μάτια. Επιτέλους ξεκούραση. Αυτό το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια έπρεπε οπωσδήποτε να το συνιστούσε στον ψυχολόγο του. Η αϋπνία δεν ήταν πρόβλημα την ψυχής, παρά του κρεβατιού του. Η μύτη του διέκρινε πολύ καθαρά την μυρωδιά του δωματίου, αυτήν των πράσινων μήλων. Χαιρόταν που η ελάχιστη ξεκούραση όξυνε ξανά τις αισθήσεις του. Σκέφτηκε το μπαλόνι του παραμυθιού και ένιωσε ανάλαφρος, το κρύο αεράκι στο δέρμα του. Έψαξε την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Την είδε αιωρούμενος μπροστά της, λίγο πριν την πτώση από το μπαλκόνι του δεύτερου.