Ο εκλαμπρότατος κόμης Φανέλ, αφού έτριψεν μετά των δύο δακτύλων της ευωνύμου χειρός αυτού την άκρην του λεπτού μύστακος, όν διετήρει εκτεινόμενον από άκρου εις άκρον του άνω χείλους αυτού, εξετινάχθη εκ του βάθους της τεραστίων διαστάσεων πολυθρόνας επί της οποίας ανεπαύετο, ήτις ήτο επενδεδυμένη δια βαρυτίμου στόφφας αυθεντικού γαλλικού μπροκάρ.
-Ω! Παρά τρίχα θα το ελησμονούσα! Εχω να ετοιμασθώ ίνα επισκεφθώ τον λόρδον του Τσεζάιρ εις την βίλαν αυτού, κειμένην εις Βαρυμπόμπην. Εχομεν να διεκπεραιώσομεν υπόθεσίν τινα οικονομικής φύσεως και αναμένω από λεπτού εις λεπτόν να κτυπήσει τον κώδωνα ο δικηγόρος μου ο κύριος Ιωάννης Κοκοβιός ίνα μεταβώμεν παρέα με την υπέροχον Λαμποργκίνι του, χρώματος λεμονί. Εάν επιθυμείτε, αγαπητή μοι Βίστα, ημπορείτε να έλθετε μεθ’ ημών, να ιδείτε και την ωραίαν Βαρυμπόμπην, πώς την εκατάντησαν οι αναίσχυντοι εργολάβοι της σήμερον.
Η ωραία κόμισσα, ετεροθαλής αδελφή του υπέρκομψου αυτού ανδρός, ετάνυσεν τον γεγυμνασμένον αυτής κορμόν επί του πελωρίου ανακλίντρου επί του οποίου ευρίσκετο μισοξαπλωμένη, και, κάμπτουσα τας χείρας όπισθεν του λευκού της σβέρκου, απεκρίθη:
-Ουχί σεβαστέ αδελφέ μου, προτιμώ να χουζουρέψω ολίγον τι ακόμη, άλλωστε είναι Σάββατον και τα Σάββατα, ως γνωστόν, είναι αφιερωμένα εις την περιποίησιν της διαφανούς μου επιδερμίδος.
Δεν επρόλαβεν η κόμισσα Βίστα να αποτελειώσει την φράσιν, ήντινα εξεστόμισαν τα υπέροχα λεπτά της χείλη, και ηκούσθη ο ήχος του κώδωνος.
-Ασε, άσε, κυρία Μερόπη, θα ανοίξω η εκλαμπρότης μου την θύραν, γνωρίζω ποίος κρούει και θα υπάγω μετ’ αυτού.
Είπεν ο κόμης εις την γηραιάν οικονόμον, ήτις ηκούσθη να τρέχει αλαφιασμένη ίνα εκπληρώσει το καθήκον του ασθενούς μπάτλερ Λαμπρούκου, όστις ήτο κατάκοιτος από επιδημίαν ιλαράς.
Με το άνοιγμα της πελωρίας εξωθύρας και μετά τον καθιερωμένον στριγγόν αυτής ήχον, τουτέστιν ένα «γλιιιι-α-γλακ!», ηκούσθη νεανική φωνή, προφανώς του νεαρού πλην λίαν ευρυμαθούς δικηγόρου Ιωάννου Κοκοβιού, λέγουσα:
-Ω, εκλεκτέ κύριε κόμη, είσθε έτοιμος κιόλας ίνα υπάγομεν; Σωστός λόρδος, μετά συγχωρήσεως.
-Βεβαίως αγαπητέ κύριε Κοκοβιέ! Δεχθείτε την καλημέραν μου.. αλλά.. αυτό το «λόρδος» τι το θέλατε; Ημείς οι κόμητες είμεθα ανώτεροι των λόρδων, το λησμονείτε;
Ούτως συζητώντες οι δύο άνδρες, κατηυθύνθησαν προς την υπέροχον πράγματι Λαμποργκίνι χρώματος λεμονί, την οποίαν ο νεαρός δικηγόρος δεν θα ηδύνατο να συντηρεί εάν δεν είχεν ως πελάτην, ούτως ειπείν, τον διάσημον κόμητα Φανέλ.
Μόλις ανεχώρησεν ο αδελφός αυτής, ετεροθαλής εκ πατρός, η πανωραία κόμισσα Βίστα ηγέρθη εκ του ανακλίντρου και, δια ελαφρών πηδημάτων, εισόρμησεν εντός της κουζίνας, όπου ηυρίσκετο η κυρία Μερόπη καθήμενη επί τινος εσκαμπό καθαρίζουσα φρέσκα φασολάκια.
-Μεροπίτσα μου γλυκιά, έχεις φτιάξει τραχανά;
-Εχω λίγο φυλαγμένο από χθες εις το ψυγείον.
-Ζέστανέ τονε λιγάκι, φτιάξε μου ένα εμπλαστράκι..
-Να το βάλεις για να γίνει τρυφερό το μαγουλάκι..
-Ναι, καλή μου, ναι, χρυσή μου, θα υπάγω στο γιαβρί μου..
-Ποιο απ’ όλα; Τον Μανόλην; Τον αβρόν λαχειοπώλην;
-Ναι, Μερόπη μου, εκείνον, κι έναν από το Πεκίνον..
-Μπα, γνωρίζει και κινέζο η κυρά μου η τροτέζω;
-Όχι, όχι και τροτέζω.. μόνο αρέσκομαι να παίζω..
-Το παιχνίδι της αγάπης, το γνωρίζει ο αράπης..
-Ποίος; Μήπως ο Ακύλας, ο βαρόνος της ξεφτίλας;
-Ο Τσεζάιρ ο αράπης, ο δικός μου ο σατράπης!
-Μπα! Ώστε ούτω πως μουσίτσα; Η Μερόπη μας λορδίτσα;
-Όχι, όχι, όχι ακόμα.. δεν το λέμε, είναι κρυφό της καρδιάς το μυστικό.
Με τούτα και κείνα, εζεστάθηκε ο τραχανάς και η κόμισσα αφέθηκε εις τας περιποιήσεις της οικονόμου, ήτις είχεν λάβει μόρφωσιν αισθητικού προ της εντάξεώς της εις το προσωπικόν της βίλας του κόμητος Φανέλ. Το προσόν δε αυτό ήτο το πλέον ισχυρόν ίνα κριθεί ευμενώς η πρόσληψίς της, δεδομένου ότι η γνώμη της αιθερίας Βίστα εβάρυνεν ολίγον τι περισσότερον εις τα εσωτερικά θέματα της κατοικίας των δύο ετεροθαλών αδελφών. Ο κόμης ησχολείτο κυρίως με τα περιουσιακά ζητήματα και, τελευταίως, με μίαν μανίαν του συρμού, το λεγόμενον ηλεκτρονικόν εμπόριον.
Εις την μανίαν του αύτην είχεν ως συμπαίκτας αφ’ ενός τον λόρδον του Τσεζάιρ και αφ’ ετέρου τον νεαρόν δικηγόρον Ιωάννην Κοκοβιόν. Σήμερον, θα προσετίθετο εις την συντροφιάν των και είς ευπατρίδης αλχημιστής, κάτοικος Εκάλης.
Το ηλεκτρονικόν εμπόριον είχεν ενσκήψει ως λαίλαψ εις την ζωήν των ανδρών αυτών και είχεν προσθέσει εις αυτήν μίαν ακατανίκητον γοητείαν. Πρόκειται περί μίας μόδας ήτις δύναται να ενώσει υπό την σκέπην της ανθρώπους πάσης ηλικίας και μορφώσεως, δεν ορρωδεί προ ουδενός εμποδίου. Οι άνθρωποι επικεντρώνουν την προσοχήν των εις το ενδιαφέρον αυτό οικονομικόν άθλημα και ουδεμίαν σημασίαν δίδουν εις λεπτομερείας αίτινες αφορούν ψιλοπράγματα ούτως ειπείν, όπως η καταγωγή, ο πλούτος και το χρώμα του δέρματος. Ο λόρδος του Τσεζάιρ παραδείγματος χάριν, είναι άραβας και κατάμαυρος μάλιστα, αυτό όμως ουδόλως εμπόδισεν την ένταξίν του εις την ομάδα των παικτών. Ισα ίσα, η γνώσις του περί γάτων του προσέδωσε μεγάλην αξίαν, τώρα μάλιστα που η ιδέα του νεαρού δικηγόρου, να εμπορευθούν διαδικτυακώς γάτους και δη μαύρους, θα έμπαινε οσονούπω εις εφαρμογήν. Την χρηματοδότησιν του σχεδίου είχεν αναλάβει εξ ολοκλήρου, φυσικά, ο κόμης Φανέλ.
Το μοναδικόν εμπόδιον ήτο η ερωμένη του λόρδου, η υπέργηρος Μερόπη, η επονομαζομένη και θεία Δίκη άγνωστον διατί, ήτις έπαιζεν ρόλον οικονόμου εις την βίλαν του κόμητος. Δεν σκάμπαζε γρυ αυτή η γυνή περί τα ηλεκτρονικά και με την διαρκή μουρμούρα της να θέτει διαρκώς διλήμματα εις τον λόρδον, του τύπου «ή εμένα ή το διαολομηχάνημα», καθιστούσε προβληματικήν αφ’ ενός μεν την πορείαν του δεσμού των, αφ’ ετέρου δε τον ομαλόν ρουν της συνεργασίας των εκλεκτών ανδρών.
Εξαφνα, σφοδρά αναταραχή συνέβη και η κυρία Μερόπη, ομού μετά της κομίσσης Βίστα, εκινήθησαν βιαίως.
-Σεισμός! Ήτο η πρώτη σκέψις ήτις εκάλυψεν τον θολόν, ένεκα του βίαιου ξυπνήματος, εγκέφαλον της κυρίας Μερόπης.
-Ελα, βρε μανούλα, εγώ είμαι, ο Μάρκος σου! Σε ξύπνησα;
-Όχι, όχι, παιδάκι μου.. να, έτσι έγειρα λίγο και λαγοκοιμήθηκα. Γύρισες κιόλας;
-Γύρισα, αλλά θα ξαναφύγω σε λιγάκι. Ηρθα να πάρω το ρενό για να πάω στο ραντεβού που σου είχα πει.. για το στρατό..
-Α, ναι.. μη με συνερίζεσαι.. ξαφνιάστηκα η καψερή.. διάβαζα το βιβλίο του προφήτη Λιάκουρα και με πήρε ο ύπνος..
-Δε σου είπα να αποφεύγεις τις συγκινήσεις; Εσύ εκεί! Μια στην τηλεόραση και μια στα βιβλία του χωμένη σε βρίσκω.
-Δε θα το ξανακάνω.. θέλεις να στο υποσχεθώ; Αλλά, τώρα που είμαι τέζα στο κρεβάτι, πώς να περνάω την ώρα μου;
Είπε η κυρία Μερόπη και γύρισε πλευρό.
-Ω! Παρά τρίχα θα το ελησμονούσα! Εχω να ετοιμασθώ ίνα επισκεφθώ τον λόρδον του Τσεζάιρ εις την βίλαν αυτού, κειμένην εις Βαρυμπόμπην. Εχομεν να διεκπεραιώσομεν υπόθεσίν τινα οικονομικής φύσεως και αναμένω από λεπτού εις λεπτόν να κτυπήσει τον κώδωνα ο δικηγόρος μου ο κύριος Ιωάννης Κοκοβιός ίνα μεταβώμεν παρέα με την υπέροχον Λαμποργκίνι του, χρώματος λεμονί. Εάν επιθυμείτε, αγαπητή μοι Βίστα, ημπορείτε να έλθετε μεθ’ ημών, να ιδείτε και την ωραίαν Βαρυμπόμπην, πώς την εκατάντησαν οι αναίσχυντοι εργολάβοι της σήμερον.
Η ωραία κόμισσα, ετεροθαλής αδελφή του υπέρκομψου αυτού ανδρός, ετάνυσεν τον γεγυμνασμένον αυτής κορμόν επί του πελωρίου ανακλίντρου επί του οποίου ευρίσκετο μισοξαπλωμένη, και, κάμπτουσα τας χείρας όπισθεν του λευκού της σβέρκου, απεκρίθη:
-Ουχί σεβαστέ αδελφέ μου, προτιμώ να χουζουρέψω ολίγον τι ακόμη, άλλωστε είναι Σάββατον και τα Σάββατα, ως γνωστόν, είναι αφιερωμένα εις την περιποίησιν της διαφανούς μου επιδερμίδος.
Δεν επρόλαβεν η κόμισσα Βίστα να αποτελειώσει την φράσιν, ήντινα εξεστόμισαν τα υπέροχα λεπτά της χείλη, και ηκούσθη ο ήχος του κώδωνος.
-Ασε, άσε, κυρία Μερόπη, θα ανοίξω η εκλαμπρότης μου την θύραν, γνωρίζω ποίος κρούει και θα υπάγω μετ’ αυτού.
Είπεν ο κόμης εις την γηραιάν οικονόμον, ήτις ηκούσθη να τρέχει αλαφιασμένη ίνα εκπληρώσει το καθήκον του ασθενούς μπάτλερ Λαμπρούκου, όστις ήτο κατάκοιτος από επιδημίαν ιλαράς.
Με το άνοιγμα της πελωρίας εξωθύρας και μετά τον καθιερωμένον στριγγόν αυτής ήχον, τουτέστιν ένα «γλιιιι-α-γλακ!», ηκούσθη νεανική φωνή, προφανώς του νεαρού πλην λίαν ευρυμαθούς δικηγόρου Ιωάννου Κοκοβιού, λέγουσα:
-Ω, εκλεκτέ κύριε κόμη, είσθε έτοιμος κιόλας ίνα υπάγομεν; Σωστός λόρδος, μετά συγχωρήσεως.
-Βεβαίως αγαπητέ κύριε Κοκοβιέ! Δεχθείτε την καλημέραν μου.. αλλά.. αυτό το «λόρδος» τι το θέλατε; Ημείς οι κόμητες είμεθα ανώτεροι των λόρδων, το λησμονείτε;
Ούτως συζητώντες οι δύο άνδρες, κατηυθύνθησαν προς την υπέροχον πράγματι Λαμποργκίνι χρώματος λεμονί, την οποίαν ο νεαρός δικηγόρος δεν θα ηδύνατο να συντηρεί εάν δεν είχεν ως πελάτην, ούτως ειπείν, τον διάσημον κόμητα Φανέλ.
Μόλις ανεχώρησεν ο αδελφός αυτής, ετεροθαλής εκ πατρός, η πανωραία κόμισσα Βίστα ηγέρθη εκ του ανακλίντρου και, δια ελαφρών πηδημάτων, εισόρμησεν εντός της κουζίνας, όπου ηυρίσκετο η κυρία Μερόπη καθήμενη επί τινος εσκαμπό καθαρίζουσα φρέσκα φασολάκια.
-Μεροπίτσα μου γλυκιά, έχεις φτιάξει τραχανά;
-Εχω λίγο φυλαγμένο από χθες εις το ψυγείον.
-Ζέστανέ τονε λιγάκι, φτιάξε μου ένα εμπλαστράκι..
-Να το βάλεις για να γίνει τρυφερό το μαγουλάκι..
-Ναι, καλή μου, ναι, χρυσή μου, θα υπάγω στο γιαβρί μου..
-Ποιο απ’ όλα; Τον Μανόλην; Τον αβρόν λαχειοπώλην;
-Ναι, Μερόπη μου, εκείνον, κι έναν από το Πεκίνον..
-Μπα, γνωρίζει και κινέζο η κυρά μου η τροτέζω;
-Όχι, όχι και τροτέζω.. μόνο αρέσκομαι να παίζω..
-Το παιχνίδι της αγάπης, το γνωρίζει ο αράπης..
-Ποίος; Μήπως ο Ακύλας, ο βαρόνος της ξεφτίλας;
-Ο Τσεζάιρ ο αράπης, ο δικός μου ο σατράπης!
-Μπα! Ώστε ούτω πως μουσίτσα; Η Μερόπη μας λορδίτσα;
-Όχι, όχι, όχι ακόμα.. δεν το λέμε, είναι κρυφό της καρδιάς το μυστικό.
Με τούτα και κείνα, εζεστάθηκε ο τραχανάς και η κόμισσα αφέθηκε εις τας περιποιήσεις της οικονόμου, ήτις είχεν λάβει μόρφωσιν αισθητικού προ της εντάξεώς της εις το προσωπικόν της βίλας του κόμητος Φανέλ. Το προσόν δε αυτό ήτο το πλέον ισχυρόν ίνα κριθεί ευμενώς η πρόσληψίς της, δεδομένου ότι η γνώμη της αιθερίας Βίστα εβάρυνεν ολίγον τι περισσότερον εις τα εσωτερικά θέματα της κατοικίας των δύο ετεροθαλών αδελφών. Ο κόμης ησχολείτο κυρίως με τα περιουσιακά ζητήματα και, τελευταίως, με μίαν μανίαν του συρμού, το λεγόμενον ηλεκτρονικόν εμπόριον.
Εις την μανίαν του αύτην είχεν ως συμπαίκτας αφ’ ενός τον λόρδον του Τσεζάιρ και αφ’ ετέρου τον νεαρόν δικηγόρον Ιωάννην Κοκοβιόν. Σήμερον, θα προσετίθετο εις την συντροφιάν των και είς ευπατρίδης αλχημιστής, κάτοικος Εκάλης.
Το ηλεκτρονικόν εμπόριον είχεν ενσκήψει ως λαίλαψ εις την ζωήν των ανδρών αυτών και είχεν προσθέσει εις αυτήν μίαν ακατανίκητον γοητείαν. Πρόκειται περί μίας μόδας ήτις δύναται να ενώσει υπό την σκέπην της ανθρώπους πάσης ηλικίας και μορφώσεως, δεν ορρωδεί προ ουδενός εμποδίου. Οι άνθρωποι επικεντρώνουν την προσοχήν των εις το ενδιαφέρον αυτό οικονομικόν άθλημα και ουδεμίαν σημασίαν δίδουν εις λεπτομερείας αίτινες αφορούν ψιλοπράγματα ούτως ειπείν, όπως η καταγωγή, ο πλούτος και το χρώμα του δέρματος. Ο λόρδος του Τσεζάιρ παραδείγματος χάριν, είναι άραβας και κατάμαυρος μάλιστα, αυτό όμως ουδόλως εμπόδισεν την ένταξίν του εις την ομάδα των παικτών. Ισα ίσα, η γνώσις του περί γάτων του προσέδωσε μεγάλην αξίαν, τώρα μάλιστα που η ιδέα του νεαρού δικηγόρου, να εμπορευθούν διαδικτυακώς γάτους και δη μαύρους, θα έμπαινε οσονούπω εις εφαρμογήν. Την χρηματοδότησιν του σχεδίου είχεν αναλάβει εξ ολοκλήρου, φυσικά, ο κόμης Φανέλ.
Το μοναδικόν εμπόδιον ήτο η ερωμένη του λόρδου, η υπέργηρος Μερόπη, η επονομαζομένη και θεία Δίκη άγνωστον διατί, ήτις έπαιζεν ρόλον οικονόμου εις την βίλαν του κόμητος. Δεν σκάμπαζε γρυ αυτή η γυνή περί τα ηλεκτρονικά και με την διαρκή μουρμούρα της να θέτει διαρκώς διλήμματα εις τον λόρδον, του τύπου «ή εμένα ή το διαολομηχάνημα», καθιστούσε προβληματικήν αφ’ ενός μεν την πορείαν του δεσμού των, αφ’ ετέρου δε τον ομαλόν ρουν της συνεργασίας των εκλεκτών ανδρών.
Εξαφνα, σφοδρά αναταραχή συνέβη και η κυρία Μερόπη, ομού μετά της κομίσσης Βίστα, εκινήθησαν βιαίως.
-Σεισμός! Ήτο η πρώτη σκέψις ήτις εκάλυψεν τον θολόν, ένεκα του βίαιου ξυπνήματος, εγκέφαλον της κυρίας Μερόπης.
-Ελα, βρε μανούλα, εγώ είμαι, ο Μάρκος σου! Σε ξύπνησα;
-Όχι, όχι, παιδάκι μου.. να, έτσι έγειρα λίγο και λαγοκοιμήθηκα. Γύρισες κιόλας;
-Γύρισα, αλλά θα ξαναφύγω σε λιγάκι. Ηρθα να πάρω το ρενό για να πάω στο ραντεβού που σου είχα πει.. για το στρατό..
-Α, ναι.. μη με συνερίζεσαι.. ξαφνιάστηκα η καψερή.. διάβαζα το βιβλίο του προφήτη Λιάκουρα και με πήρε ο ύπνος..
-Δε σου είπα να αποφεύγεις τις συγκινήσεις; Εσύ εκεί! Μια στην τηλεόραση και μια στα βιβλία του χωμένη σε βρίσκω.
-Δε θα το ξανακάνω.. θέλεις να στο υποσχεθώ; Αλλά, τώρα που είμαι τέζα στο κρεβάτι, πώς να περνάω την ώρα μου;
Είπε η κυρία Μερόπη και γύρισε πλευρό.