"Πέρασαν τα χρόνια που τους θέλαμε μεγαλύτερους" έλεγε στην κα Ευδοξία και της έκλεινε το μάτι με νόημα. "Τώρα πρέπει να είναι υγιείς και να έχουν δυνάμεις." συμπλήρωνε. Είχε καλή κράση, αλλά ποτέ δεν ήξερε τι μπορεί να συνέβαινε, να είχε κανένα γεροντάκι δίπλα της, άμα την έπιανε κανένα έμφραγμα την στιγμή της ύστατης ηδονής, να μην μπορεί να την πάει σε κανένα γιατρό;
"Και φυσικά πέρασαν τα χρόνια που τους θέλαμε για το χιούμορ τους", πρόσθετε πάλι με νόημα στην κα Ευδοξία, "τώρα τους θέλουμε για τις ικανότητές τους".
Τι να τα έκανε πλέον τα χρήματα, τι να το έκανε το χιούμορ. Είχε και από τα δυο αρκετά λόγω ηλικίας. Αλλά είναι λανθασμένη η κοινή γνώμη ότι νομίζει τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας δεν χρειάζονται λεφτά. Από τότε που βγήκε στην σύνταξη, προηγουμένως ήταν τραγουδίστρια της όπερας, είχε πιο πολλά έξοδα από πριν. Έχοντας περισσότερο ελεύθερο χρόνο, με όλα τα ενδιαφέροντά της, την λιγότερη σύνταξη από τα προηγουμένως υψηλά έσοδα της τραγουδίστριας, με τα ταξίδια που ήθελε να συνεχίζει να κάνει, έπρεπε να βρει ένα τρόπο για να καταφέρνει χωρίς να καταναλώνει αρκετά περισσότερα από όσα είχε.
Το καλό ήταν πως δεν χρειάζονταν όλες οι ασχολίες της λεφτά. Το κολύμπι παραδείγματος χάριν στην θάλασσα καβάλοι την διάρκεια του χειμώνα, ήταν κάτι που το έκανε δωρεάν. Οι επαναλαμβανόμενες βόλτες στα μουσεία και στις εκθέσεις δεν κοστίζαν και αυτές τίποτε. Έδειχνε την ταυτότητα της και έπαιρνε γεροντικό (δεν της άρεσε καθόλου αυτή η λέξη, άλλα τι να έκανε αφού έτσι λεγότανε) εισιτήριο που δεν κόστιζε τίποτε. Στην όπερα δεν πλήρωνε, άλλα εκεί δεν έδειχνε ταυτότητες, εκεί αρκούσε να ζητήσει ένα με το χαρακτηριστικό της χαμόγελο από την υπάλληλο του ταμείου που τόσα χρόνια την γνώριζε και την είχε θαυμάσει κατά την διάρκεια των πάμπολλων παραστάσεων της, και λάμβανε τιμής ένεκεν ένα από τα VIP εισιτήρια που κρατούν στην άκρη για σπουδαία πρόσωπα. Τα ρούχα της κοστίζαν λιγουλάκι, και οι χίλιες και μία κρέμες που χρησιμοποιούσε, αλλά τι να έκανε, τις χρειαζότανε, θα εφάρμοζε σε άλλες ανάγκες την οικονομία, ποτέ στις κρέμες ή στα αρώματα.
Το απογευματάκι καθόταν στο μπαλκόνι, έφτιαχνε ένα ζεστό τσάι με λίγο μέλι, το έπινε με ευλαβική προσοχή, ποτέ καυτό, πάντα ζεστό, έτσι ώστε να της ζεσταίνει και τις φωνητικές χορδές και αφού τελείωνε το ρόφημα, άρχιζε τις φωνητικές ασκήσεις. Κάποτε κάλεσε τον κιθαρίστα του 16 να την συνοδέψει με την κιθάρα, αλλά εκείνος λόγω έλλειψης χρόνου, δεν μπόρεσε μέχρι τότε ποτέ να της κάνει το χατίρι. Τα δωμάτιά τους ήσαν και σε διαφορετικές πλευρές του κτιρίου που δεν μπορούσαν ούτε από μπαλκόνι σε μπαλκόνι να συνεννοηθούν. Κρίμα γιατί και η κυρία του δωματίου νούμερο 12 και ο κιθαρίστας του 16 είχαν ταλέντο και το duetto τους θα είχε πραγματικά ενδιαφέρον για όλους στην μικρή εκείνη κωμόπολη.
Όταν δεν ασχολείτο με τις φωνητικές χορδές της, έφτιαχνε τα νύχια των ποδιών και των χεριών της. Δεν χρησιμοποιούσε όμως βερνίκι, λίμα και ψαλιδάκι. Δεν της αρκούσαν τέτοια πράγματα για ερασιτέχνες. Τα έφτιαχνε με τεχνητά πρόσθετα πλαστικά ελάσματα, τα οποία τα κολλούσε πάνω από τα πραγματικά της και τα έβαφε με ανεξίτηλες μπογιές προκειμένου να μην αναγκάζεται να ασχολείται συχνά. Ήταν σύγχρονη η κυρία, τι νόμιζε κανείς. Όχι σαν μερικές που όταν στα τριαντατρία τους είδανε για πρώτη φορά στην ζωή τους την συσκευασία των τεχνητών νυχιών τα περάσανε για ταμπλέτες της πίεσης....
Οι extensions στα μαλλιά της προκειμένου να τους δώσει περισσότερο όγκο και να τα μακρύνει δεν μπορούσαν φυσικά να λείπουν. Οι τρεις εβδομάδες που έμενε στο ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια κάθε άνοιξη ήταν εποχή μετεκπαίδευσης για το κομμωτήριο στην γωνία των τετράγωνου. Εκεί πήγαινε η κυρία του 12 για το απαραίτητο προσεκτικό λούσιμο μετά το καθημερινό μπάνιο στην θάλασσα και φυσικά για χτένισμα και styling των μαλλιών.
Όσο τα μαλλιά της στέγνωναν κάτω από την χαρακτηριστικό θάλαμο θερμού αέρα, το οποίο όλως περιέργως δεν έκανε ποτέ φασαρία όταν χρησιμοποιόνταν για εκείνην, την έπαιρνε από καιρό εις καιρό το μεράκι και άρχιζε να τραγουδά έτσι για το κέφι της και για να δει αν τα θυμάται ακόμα "Tu che le vanitá" από τον "Don Carlo", ή "Sempre libera degg'io" της Traviata του Giuseppe Verdi. Τότε ήταν που όλοι αφήνανε στην άκρη τα χτένια, τα ψαλίδια, τα πινέλα για το χρωμοσαμπουάν, την σκούπα για τα κομμένα μαλλιά στο δάπεδο, το σφουγγαράκι για το λερωμένο μπρίκι, το περιοδικό με τις καινούργιες δίαιτες, το παλτό στον καλόγερο μπαίνοντας στο κομμωτήριο... και αφουγκραζόντουσαν κάθε ήχο που δημιουργούσε η αναπνοή της αφήνοντας το περήφανο γέρικο σώμα της.
Για είκοσι λεπτά, όσο στέγνωναν τα μαλλιά, όχι μόνον σταματούσε ο χρόνος, αλλά φαινόταν αντίθετα να κάνει και ένα άλμα προς τα πίσω. Τουλάχιστον 40 χρόνια στο παρελθόν της κυρίας του δωματίου με το νούμερο 12, στην εποχή των αρχών της καριέρας της, όταν ήταν ακόμα ένα πολλά υποσχόμενο ανερχόμενο αστέρι. Τότε που είχε ακόμα ολόκληρη την ζωή μπροστά της. Tότε που δεν είχε ιδέα τι συμπεριλάμβανε αυτός ο όρος.
Πως μπορούσε να ήξερε άλλωστε;
Ελάχιστα βήματα πριν το χείλος, συλλογιζόταν πως ούτε τώρα ήξερε. Η ζωή της όμως αποφάσισε, όμοια με μουσική, δεν θα είχε τέλος!