Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2006

To ξενοδοχειο με τα 28 δωματια / 7 post / 1000 λεξεις

Tί να πει κάνεις για το οικοδομικό σχέδιο του ξενοδοχείου με τα 28 δωμάτια; Τι άλλο εκτός από το ότι ήταν ένα περίεργο οικοδόμημα. Χτισμένο στην δεκαετία του εβδομήντα και με επίγνωση ότι επρόκειτο για ξενοδοχείο δημιούργησε ο αρχιτέκτονας ένα κύβο με 3 ορόφους συμπεριλαμβανόμενου του ισογείου. Τα δωμάτια τα τοποθέτησε στις εξωτερικές πλευρές του κτιρίου, και στην μέση έβαλε τις σκάλες. Προτίμησε το μπαλκόνι να περιτριγυρίζει ολόκληρο το κύβο, έτσι ώστε σχεδόν κάθε δωμάτιο να έχει μια πόρτα πρόσβασης. Εξαίρεση θα αποτελούσαν εκείνα τα δωμάτια που βρισκόντουσαν στις 4 γωνίες, εκεί που το μπαλκόνι έκανε ένα γάμα. Σε αυτά τα δωμάτια θα υπήρχαν δυο μπαλκονόπορτες. Μια για κάθε εξωτερικό τοίχο. Ένα από αυτά τα δωμάτια ήταν αυτό με το νούμερο 16, το γωνιακό στον πρώτο όροφο αριστερά, όπως έβλεπε κανείς το ξενοδοχείο από τον δρόμο.
Σε αυτό το δωμάτιο έβαζε η κα Ευδοξία τους φιλόμουσους. Ποιος ξέρει γιατί, αλλά είχε την εντύπωση πως ο προσανατολισμός του δωματίου και η σχετική του θέση στο κτίριο ήταν ευνοϊκή για κάθε είδους μουσικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Και όταν λέει κανείς μουσικής δραστηριότητας δεν ήταν απαραίτητο ο επισκέπτης να είναι μουσικός της φιλαρμονικής ή σολίστας του δημοτικού τραγουδιού. Όχι μόνον. Η κα Ευδοξία θα έβαζε στο δωμάτιο με το νούμερο 16 και άτομα που τραγουδούν στο μπάνιο, που σφυρίζουν βλέποντας ένα ωραίο κορίτσι, που παίζουν με τα δάχτυλα στο τιμόνι κρουστά ανάλογα με το ρυθμό της μουσικής του ραδιοφώνου στο αυτοκίνητο, που παίζουν κιθάρα στον αέρα ακούγοντας ένα κομμάτι των Aerosmith, που πιέζουν ρυθμικά ένα πλαστικό παπάκι, και και και.

Ένας από τους επισκέπτες που έμειναν στο δέκατο έκτο δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν ένας νεαρός κιθαρίστας. Ερχόταν κάθε χρονιά τον Ιούλη, λίγες εβδομάδες πριν τις εξετάσεις στο ωδείο του. Με την κιθάρα στην σκληρή της θήκη και ένα σακίδιο με τα απαραίτητα για μια εβδομάδα, ανέβαινε τις σκάλες και κατέβαινε 2 εβδομάδες αργότερα, την ημέρα που θα έφευγε. Ενδιάμεσα δεν άφηνε το δωμάτιό του. Η κα Ευδοξία δεν του καθάρισε ποτέ το μπάνιο, ούτε μπόρεσε να του σιάξει τα σεντόνια. Δεν την άφηνε. Δεν ήθελε, θα τα έκανε εκείνος της είχε πει την πρώτη φορά που ήρθε στο ξενοδοχείο. Η κα Ευδοξία δεν το πίστεψε. Αν πραγματικά συγύριζε το δωμάτιό του θα ήταν ένας από τους ελάχιστους στην ηλικία του.

Ο νεαρός κιθαρίστας λοιπόν αφού δεν έφευγε από το δωμάτιο του όλες αυτές τις 14 μέρες τις έβγαζε στο μπαλκόνι παίζοντας, ή μάλλον εξασκώντας τα δάχτυλά του στην κιθάρα. Άρχιζε το πρωί μόλις έβγαινε ο ήλιος με διατονικές κλίμακες προκειμένου να ζεστάνει τα χέρια του. Καθόταν τότε στο σημείο του μπαλκονιού που έπεφταν οι πρώτες ακτίνες και με το καιρό, όσο ζεσταινόταν η ατμόσφαιρα και κέρδιζε ολοένα σε φωτεινότητα εκείνη η θέση, μετακόμιζε στην άλλη πλευρά, σε εκείνη του ξενοδοχείου που ήταν κάθετη στον δρόμο, για να επιστρέψει το απόγευμα στην δροσερή και απάνεμη θέση στην πρόσοψη.
Ανεξάρτητα ώρας και ημέρας βρισκόταν εκεί να στερεώνει τα φύλλα με τις παρτιτούρες στο αναλόγιο, να διορθώνει την θέση στο σκαμνάκι, το υποπόδιο, μπροστά στο αριστερό του πόδι και έπαιζε την μια σπουδή μετά την άλλη. Στην αρχή κοιτώντας τα μέτρα στην παρτιτούρα και μες στην προσπάθεια να βρει καλές θέσεις για τα δάχτυλα προκείμενου να ακούγονται όλες οι νότες εξίσου καλά, αργότερα παίζοντας γρήγορα αλλά χωρίς να κοιτά τα βιβλία του, κάτι σαν ένα τεστ μνήμης, μέχρι προς το τέλος των ημερών, όπου τελικά έπαιζε με στρογγυλά μαλακά δάχτυλα, χρησιμοποιούσε χρωματισμούς, crescendo, diminuendo, και ritardando και βέβαια όλα αυτά παίζοντας τα κομμάτια από μνήμης.

Από την πρώτη χρόνια που ήρθε στο ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια έκανε το γύρο στην κωμόπολη η είδηση ότι ένας μουσικός δίνει κάθε μέρα συναυλία κιθάρας από το μπαλκόνι του. Τα σχολεία είχαν κλείσει, τα παιδιά της γειτονιάς είχαν πολύ ελεύθερο χρόνο στην διάθεση τους και που τους έψαχνες που τους έβρισκες κάτω από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου την βγάζανε. Η είδηση του καθαριστή του μπαλκονιού, ανάλογο του βιολιστή της στέγης, είχε μεταφερθεί και πέρα από τους παιδικούς κύκλους αλλά την μεγαλύτερη θραύση την έκανε ανάμεσα στις κοπελιές της μικρής αυτής πόλης οι οποίες ερχόντουσαν στο καφενείο, περνάνε ένα καφέ ή μια fanda χωρίς ανθρακικό και ακούγανε με τις ώρες τον νεαρό κιθαρίστα. Ο κυρ Αρίστος ως γνήσιος έμπορος δεν παρείδε βέβαια την ευκαιρία να μεγιστοποιήσει τα έσοδά του, δανείστηκε μερικά καθίσματα από την εκκλησία, έδωσε ένα φακελάκι στον αρμόδιο υπάλληλο της πόλης και διπλασίασε το χώρο στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί με τα τραπεζάκια και τις καρέκλες.

Ήταν σαν να ερχόταν στην κλειστή τους κοινωνία ένας αστέρας της δημοσιότητας. Ήταν το θέμα των ανδρών στα καφενεία, πίνοντας τον πολλά βαρή και παίζοντας ένα φεύγα, των νεαρών γυναικών στα κομμωτήρια, των μαμάδων με τα παιδιά τους, προκείμενου να τα πείσουν να πάρουν το καλό παράδειγμα. Όλοι συζητούσανε για αυτόν, μόνον ο νεαρός κιθαρίστας του δωμάτιου με το νούμερο 16 δεν γνώριζε τι βαβούρα δημιουργήθηκε λόγω της παρουσίας του και συνέχιζε την εξάσκηση μέρα με την μέρα, ώρα με την στιγμή.
Ζητούσε επίτηδες το πρωινό και το μεσημεριανό στο δωμάτιο του, για να μην αναγκαστεί να διακόψει για πολύ χρόνο το διάβασμα. Και δώσε του κλίμακες, και δώσε του κούρδισμα, και δώσε του σπουδές, και δωσ΄ του μνημόνευση, και δωσ΄του ξανά κούρδισμα, μέχρι το τέλος των 14 ημερών.

Ήξερε πως όταν επέστρεφε στο σπίτι του δεν θα μπορούσε να παίξει όσο θα ήθελε και όσο θα ήταν απαραίτητο για τις εξετάσεις. Στο σπίτι σε μια πολυκατοικία με λεπτούς τοίχους και με το μωρό όποιος θόρυβος, όποιος ήχος και να παραγότανε σε ένα χώρο, μεταφερόταν ελάχιστα μειωμένος από δωμάτιο σε δωμάτιο. Αν όλοι οι μεγάλοι χαιρόντουσαν τους ήχους της κιθάρας του και την επιθυμούσαν, ο μπέμπης αντίθετα αντιδρούσε με άσπλαχνο κλάμα. Η μουσική ημερεύει τα θηρία είχε ακούσει ο κιθαρίστας του νούμερου 16 κάποτε. Αν ήταν έτσι αναρωτιόταν με την γυναίκα του τι λάθος κάνανε και το παιδί τους δεν κληρονόμησε από εκείνους την αγάπη τους για την μουσική.
Αυτήν την έντονη αρνητική αντίδραση ενός ανθρώπου προς την μουσική την είχε αισθανθεί μόνον μια άλλη φορά στο παρελθόν.

Στον γείτονα του τρίτου.