Είχε κλείσει δωμάτιο κυριολεκτικά εν κινήσει.
Το τηλέφωνο της κυρίας Ευδοξίας του το έδωσε από το γραφείο η συνάδελφος που έμεινε πρόσφατα εκεί και είχε μείνει κατενθουσιασμένη.
Από το κινητό έκανε τις συνεννοήσεις και με τη βοήθεια του χάρτη που είχε μόνιμα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου, δεν δυσκολεύτηκε να το βρει.
Η αλήθεια είναι ότι παραλίγο να μπλεχτεί και να πάει στο άλλο ξενοδοχείο, του ανταγωνιστή. Ήταν βλέπεις οι πινακίδες στο δρόμο και οι πιτσιρικάδες που, δασκαλεμένοι έστελναν τον κόσμο αλλού.
Μα και το όνομα του ξενοδοχείου του είχε φανεί παράξενο.
Άκου «το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια»…
Όμως τώρα, βρισκόταν ήδη μπροστά στην είσοδο με την τσάντα στο χέρι.
Είχε πάρει μαζί του τα απολύτως απαραίτητα.
Στην πραγματικότητα δεν είχε πάρει τίποτα μαζί του!!!
Στην τσάντα του είχε το πορτοφόλι, τον μικρό φορητό υπολογιστή του, δυο φακέλλους με υπηρεσιακά έγγραφα, και αυτά μόνο.
Τώρα που το ξανασκεφτότανε αυτό που έκανε, ο καθένας θα το χαρακτήριζε απόδραση. Ναι αυτό ήταν μια κανονική απόδραση.
Μπήκε μέσα στο ξενοδοχείο.
Ο κύριος που καθόταν στην ρεσεψιόν τον κοίταξε λίγο παράξενα. Ή του φάνηκε ότι τον κοίταξε παράξενα.
-Κρίτων Ντατσόπουλος, είπε. Έχω κλείσει δωμάτιο.
-Καλώς ήλθατε κύριε Ντατσόπουλε. Πώς ναι, ναι. Βέβαια σας περιμέναμε. Είχατε καλό ταξίδι;
-Ναι, ευχαριστώ.
-Παρακαλώ μπορώ να έχω την ταυτότητά σας;
-Φυσικά.
Έβγαλε το πορτοφόλι από την τσάντα του και την παρέδωσε στον ρεσεψιονίστ.
-Σας έχουμε κρατήσει το δωμάτιο 21. Πολύ όμορφο θα περάσετε πολύ καλά. Η κυρία Ευδοξία ζητά να τη συγχωρήσετε, κάτι της έτυχε. Θα επιστρέψει γρήγορα.
Ο κύριος Χρήστος, έμαθε αργότερα ότι τον λέγανε Χρήστο, πήρε από την ειδική ξύλινη θέση το κλειδί και του το έδωσε.
-Έχετε αποσκευές; Να σας βοηθήσω; Προσφέρθηκε.
-Όχι, μόνο αυτή την τσάντα έχω. Παρακαλώ μήπως υπάρχει κάποιος οδηγός της πόλης;
Η ερώτηση, μάλλον ξάφνιασε τον Χρήστο. Οδηγό της πόλης; Τι είναι αυτό; Μια σπιθαμή τόπος ήταν, τι οδηγός να υπάρχει.
Για τα αρχαία βέβαια υπήρχαν κάποιες εκδόσεις από το τοπικό αρχαιολογικό συμβούλιο, αλλά αυτό δεν ήταν οδηγός. Ιστορία ήταν.
-Όχι κύριε δεν υπάρχει, αλλά για ό,τι χρειαστείτε εμείς είμαστε εδώ.
Ο Κρίτων του χαμογέλασε, πήρε το κλειδί και κατευθύνθηκε προς την σκάλα.
Σε λίγα λεπτά άνοιγε την πόρτα του δωματίου.
Συμπαθητικό δωμάτιο, χωρίς κάτι ιδιαίτερο είχε όλα τα απαραίτητα για μια άνετη ολιγοήμερη διαμονή.
Προχώρησε προς την μεγάλη μπαλκονόπορτα και την άνοιξε.
Κοίταξε για λίγο τη θέα μπροστά του, αλλά το μυαλό του, είναι η αλήθεια, έτρεχε αλλού.
Την χρειαζόταν αυτή την απόδραση.
Σπίτι δουλειά σπίτι το καθημερινό του πρόγραμμα απαράλλαχτο. Άντε μια στο τόσο το μεσημεριανό γεύμα να γινόταν σε κάποιο από τα μεζεδοπωλεία της περιοχής.
Πάντα στο δρόμο σπίτι δουλειά σπίτι. Σαν να κινιόταν πάνω σε ράγες του τραίνου η ζωή του.
Τελικά το αποφάσισε.
Σήμερα το μεσημέρι, καθισμένος στο γραφείο του και αφού έκλεισε το τηλέφωνο που από το πρωί κουδούνιζε ασταμάτητα, έκανε το απλό.
Κατέβασε το ακουστικό.
Έκλεισε τα πάντα, πήρε τους δυο φακέλους παραμάσχαλα, έβαλε τον υπολογιστή του στην τσάντα του και έφυγε.
Έτσι απλά, έφυγε.
Τώρα, μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα, με το βλέμμα να τρέχει στον ορίζοντα, άφησε το μυαλό του να τρέχει στα δικά του λιβάδια.
Δυο χρόνια παντρεμένος, νυμφευμένος πιο σωστά, οι γυναίκες παντρεύονται, δυο χρόνια συζευγμένοι και δεν είχαν καταφέρει να πάρουν μια ανάσα οι δυο τους.
Αλλά και τι; Γάμος ήταν αυτός;
Οι συγκρούσεις άρχισαν από την πρώτη στιγμή.
Στη βδομάδα επάνω κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος !
Ναι, στην βδομάδα. Τόσο γρήγορα.
Στην πραγματικότητα το ήξερε από την αρχή. Πριν από το γάμο. Να το παραδεχτεί δεν ήθελε.
Και μέχρι τώρα, αυτός ο εγωισμός τον κρατούσε.
Η σημερινή φυγή, αυτή η απόδραση το ένιωθε το καταλάβαινε, μια έκρηξη ήταν.
Τι θα έλεγε στην επιστροφή; Αλλά τι ερώτηση ήταν αυτή; Θα επέστρεφε;
Σίγουρα δεν έφυγε για πάντα. Ή τουλάχιστον δεν είχε αυτό κατά νου. Αλλά ήταν πολύ νωρίς να σχεδιάζει και την επιστροφή.
Έβγαλε τα παπούτσια και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Έτσι όπως ήταν με τα ρούχα.
Έκλεισε τα μάτια.
Το κινητό. Η μόνη επαφή του με την μέχρι πριν τρεις ώρες ζωή του ήταν το κινητό.
Ήρεμα σηκώθηκε από το κρεβάτι και το έκλεισε.
Θα το άνοιγε κάποια στιγμή. Τώρα ήταν η τελευταία πόρτα που το συνέδεε με την καθημερινότητά του και απλά την έκλεισε κι αυτήν.
Χαμογέλασε στην ιδέα ότι μπορεί να άρχισε να τον ψάχνει η .. Νικολουδάκη από την εκπομπή της.
Γύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε. Είχε καιρό να αποφασίσει τι θα κάνει
Αργά το απόγευμα, καθώς ο ήλιος ήδη είχε κρυφτεί πίσω απ’ το απέναντι βουνό, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε την ώρα.
Παρασκευή απόγευμα, καλοκαιράκι, η ώρα είχε πάει σχεδόν οκτώ.
Θυμήθηκε ότι δεν είχε φάει για μεσημέρι. Αργά να το κάνει τώρα, νωρίς να πάει για το δείπνο.
Σηκώθηκε και πήγε προς το μπάνιο.
Ένα ντους ήταν ό,τι του χρειαζόταν τώρα.
Έβγαλε τα ρούχα του και μπήκε κάτω απ’ τη ντουζιέρα.
Το δροσερό νερό ενεργοποίησε τα κύτταρα του κορμιού του.
Σκουπίστηκε με τη χνουδάτη πετσέτα και τότε ανακάλυψε ότι δεν είχε ρούχα να αλλάξει.
Λεπτομέρειες σκέφτηκε. Θα έβρισκε λύση σ’ αυτό το πρόβλημα επισκεπτόμενος την αγορά της πόλης. Ο Χρήστος κάτω, θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει.
Φόρεσε τα ρούχα που είχε βγάλει πριν, τακτοποίησε στην ντουλάπα την τσάντα του, βάζοντας στην τσέπη του το πορτοφόλι του, πήρε το κλειδί στο χέρι και αποφασιστικά άνοιξε την πόρτα του δωματίου.
Όπως το είχε φανταστεί, η ιδιοκτήτρια τους ξενοδοχείου δεν είχε φανεί ακόμα. Ο Χρήστος τον υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο και δεν είχε καμιά αντίρρηση να του δώσει όσες πληροφορίες χρειαζόταν, για την πόλη και πού θα μπορούσε να βρει αυτά που ήθελε.
Άφησε το κλειδί στη ρεσεψιόν και βγήκε στο δρόμο.
Πίσω στο δωμάτιο 21 του ξενοδοχείου … «το ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια» είχε αφήσει μέσα στο δωμάτιο κλεισμένα τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Γυρίζοντας το βράδυ, θα αποφάσιζε τι θα έκανε με αυτά, τι θα έκανε με το αύριο.
Πέρασε από το κατάστημα των ρούχων που του υπέδειξε ο Χρήστος και αγόρασε ένα τζην, δυο τι σερτ, μαγιω ,σαγιονάρες και εσώρουχα.
Δεν παρέλειψε οδοντόκρεμα και οδοντόβουρτσα.
(συνεχίζεται)