Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2006

ΚΕΦΑΛΑΙA 7 + 8

ΚΕΦΑΛΑΙΟ -7- Οι Γεωργοπουλαίοι


Η οικογένεια του Πέτρου Γεωργόπουλου είναι μια οικογένεια με ρίζες σ’ ένα χωριό της Φωκίδας, το Μαλαντρίνο. Εκεί ο προπάππος του Πέτρου, ο Γεράσιμος, ήταν παπάς και από εκεί είχε ξεκινήσει ο παππούς του, Πέτρος κι αυτός, για τα περίχωρα της πρωτεύουσας και είχε εγκατασταθεί με το κοπάδι του λίγο έξω από την Κηφισιά, στο Κεφαλάρι. Πριν τον πόλεμο, ο πατέρας του ο Γεράσιμος είχε καμιά πεντακοσαριά πρόβατα, που τα άρμεγε και πουλούσε το γάλα στους πρωτευουσιάνους. Επηζε τυρί κι έφτιαχνε βούτυρο, έσφαζε κάθε Πάσχα μερικά γεννήματα, κι έτσι είχε καταφέρει να ζει εύπορα την οικογένειά του και να σπουδάσει τους δυο του γιους, τον Πέτρο οικονομολόγο και το Δημήτρη κτηνίατρο.

Στον πόλεμο στάθηκε αρκετά καλά, είχε να τραφεί στην κατοχή, βοήθησε και κόσμο, έκανε και μερικά έξτρα λεφτά, αλλά μετά, με τον εμφύλιο, ήρθε η καταστροφή ή μάλλον η στροφή της οικογένειας από την κτηνοτροφία στα γραφεία και τις επιχειρήσεις. Τα πρόβατα πήγαν περίπατο, ερήμωσαν τα μαντριά, αλλά το μικρόβιο της κτηνοτροφίας είχε παραμείνει στο αίμα των επιγόνων. Ανέτειλε η νέα εποχή, που βρήκε τα δυο αδέλφια αρκετά ευκατάστατα και σπουδασμένα και με συγκεκριμένες ιδέες.

Εβαλαν κάτω τα οικονομικά της οικογένειας και, αντί να μοιράσουν το βιος -κάτι που συμβαίνει συνήθως μεταξύ αδελφών- αποφάσισαν να ενώσουν και να συνθέσουν τις δυνάμεις τους σκαρώνοντας μια γαλακτοκομική επιχείρηση. Εκμεταλλευόμενοι το δυναμικό που τους παρείχαν οι γνώσεις τους, οι αδελφοί Γεωργόπουλοι έδρασαν με τρόπο αξιοθαύμαστο, ιδρύοντας μια σημαντική επιχείρηση. Εστησαν μια βιομηχανία επεξεργασίας γάλακτος, όπου, εκτός από γάλα παστεριωμένο, παρήγαν και διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως τυρί, γιαούρτι, βούτυρο, παγωτά.

Εκείνη την εποχή δεν ήταν καθόλου δύσκολο να αναπτυχθούν επαγγελματικά, να εκτιναχθούν σε μεγάλο οικονομικό ύψος και να βάλουν την επιχείρησή τους στο χρηματιστήριο, απ’ όπου αντλούσαν σημαντικούς πόρους. Ο Δημήτρης έμεινε γεροντοπαλίκαρο, πληγωμένος από έναν έρωτα σημαδιακό, αλλά ο Πέτρος, πιο ζωηρός και πιο ψύχραιμος συναισθηματικά από τον αδελφό του, παντρεύτηκε την κόρη του εφοπλιστή καπετάν Μιχάλη Ανδρέου, τη Μέλπω, και δημιούργησε μαζί της οικογένεια. Απέκτησαν δυο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη, όπως ακριβώς το είχαν προγραμματίσει.

Η Μέλπω, ως μεγαλοκοπέλα και μοναχοκόρη, είχε σημαντική προίκα η οποία επενδύθηκε μέχρι δεκάρας στην επιχείρηση. Ο Πέτρος, ισχυρός και ανεξάρτητος χαρακτήρας, αρνήθηκε να γίνει σώγαμπρος και να ασχοληθεί με τις μπίζνες του πεθερού του, κάτι που εκτιμήθηκε δεόντως από τον καπετάν Μιχάλη. Ετσι ήθελε τον άντρα της κόρης του, δυνατό και με χαρακτήρα, να τη νιώθει εξασφαλισμένη. Για τούτο και τον θυμήθηκε στη διαθήκη του και άφησε στα χέρια του ολόκληρη την επιχείρησή του με τα καράβια και όλα τα ακίνητα σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το μοναδικό όρο της διαθήκης του γέρου, να φροντίζει την κόρη της νοσοκόμας του, τη Μερόπη, εφόρου ζωής, ο Πέτρος Γεωργόπουλος δεν είχε κανένα λόγο να μη τη δεχτεί. Πριν ακόμα πεθάνει ο πεθερός του, την είχε προσλάβει κι αυτή και τον άντρα της να δουλεύουν στη βίλα του. Φυσικά, δεν αποκάλυψε ποτέ και σε κανέναν το σχετικό όρο της διαθήκης, μη τυχόν εγερθούν τίποτε διεκδικήσεις περαιτέρω.

Πρώτη γεννήθηκε η κόρη του η Μίρκα, που της έδωσε αυτό το όνομα προς τιμή της πρώτης κατσικούλας που είχε πιάσει στα χέρια του ως παιδί. Αυτό το ζωάκι ήταν το μοναδικό πλάσμα που είχε συγκινήσει τον Πέτρο Γεωργόπουλο. Ούτε οι γονείς, ούτε ο αδελφός, ούτε η γυναίκα του, ούτε άλλος κανείς δεν είχε αγγίξει το συναίσθημά του, όσο εκείνο το μικρό κατσικάκι, στη γέννηση του οποίου είχε παρευρεθεί ένα χιονισμένο Γενάρη. Ολο το μυστήριο της ζωής είχε φανερωθεί στα μάτια του τότε και ζήτησε από τον πατέρα του να κρατήσει την κατσικούλα στο σπίτι αντί για σκυλί ή άλλο οικόσιτο ζώο. Ο πατέρας του είχε δώσει την άδεια και η Μίρκα συντρόφευε τον Πέτρο καθημερινά στα διαβάσματα και στο παιχνίδι. Όταν το ζώο ψόφησε, ο Πέτρος ήταν ήδη έφηβος και η απώλεια αυτή είχε σφραγίσει την εφηβεία του με ανεξίτηλο μελάνι, το μελάνι της γνώσης για το εφήμερο της ζωής. Μετά τη Μίρκα ήρθε ο Γεράσιμος, που πήρε κατά την παράδοση το όνομα του πατέρα του.

Η Μίρκα είχε πάρει από τον πατέρα της, αγύριστο κεφάλι και πανέξυπνη κοπέλα, με ιδέες προοδευτικές, ήταν αδύνατο να μείνει για πολύ στο Κεφαλάρι με την υπόλοιπη οικογένεια. Μόλις πέτυχε στην Αρχιτεκτονική τα βρόντηξε και έμεινε σε ένα διαμερισματάκι στην Αθήνα, τάχα για να βρίσκεται κοντά στο Πολυτεχνείο. Ερωτεύτηκε κιόλας ένα συμφοιτητή της, τον Παύλο, και συζούσε μαζί του, πράγμα εξαιρετικά παρακινδυνευμένο κοινωνικά για την εποχή. Με τον Παύλο της έκαναν όνειρα για ένα καλύτερο κόσμο, όπως το ήθελε η εποχή, ήταν και δικτατορία και αυτά τα όνειρα ήταν τότε ο κανόνας. Δυστυχώς, στα γεγονότα του Πολυτεχνείου έχασε η χώρα μας ένα παλικάρι και η Μίρκα τον άνθρωπό της και πατέρα του παιδιού της. Ο πατέρας της έσπευσε να τη μαζέψει στο σπίτι, να τη γλιτώσει από πάρα πέρα ταλαιπωρίες, είχε κάποιες διασυνδέσεις όπως όλοι οι πλούσιοι έχουν σε όλες τις καταστάσεις. Το μόνο που δεν μπορούσε να χωνέψει το μυαλό του ήταν πως η Μίρκα του θα γινόταν ανύπαντρη μητέρα, έτσι άρχισε να της προξενεύει ένα σωρό γαμπρούς, μια και η εγκυμοσύνη ήταν προχωρημένη και δεν ήταν δυνατό να διακοπεί. Προς τιμήν της, η Μίρκα δεν συναίνεσε και η λύση βρέθηκε με το να εγκατασταθεί μονίμως στην Ιταλία, όπου γέννησε την κόρη της, τη Μαρίνα. Μαρίνα, για να της θυμίζει θάλασσα και τα γαλάζια μάτια του Παύλου.

Ο Γεράσιμος βγήκε ανεπρόκοπος εντελώς. Στα μαθήματα σκράπας, πέρναγε τις τάξεις χάρη στα μπαξίσια του μπαμπά του, στα αισθηματικά αναίσθητος, δεν προλάβαινε ο γέρος του να χαρτζιλικώνει παρατημένες γκομενίτσες που παρίσταναν τις εγκύους για να τον τυλίξουν. Για να πετύχει σε ελληνικό Πανεπιστήμιο ούτε λόγος, έτσι, στα είκοσι, λίγο πριν του έρθει το φύλλο πορείας για το στρατό, τον έστειλε πακέτο στο Λονδίνο μπας και γίνει άνθρωπος. Εκεί, ο Γεράσιμος έγινε Μαξ, έμπλεξε με κάτι μουσικά συγκροτήματα κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Όταν πήγαιναν οι γονείς του να τον δούνε, τους μιλούσε σε αγγλική αργκό και κόντευε να τους τρελάνει. Δήλωνε ότι δεν τον απασχολούσε ούτε η Ελλάδα ούτε η περιουσία ούτε τίποτε άλλο πέρα από τη μουσική, ότι θα άλλαζε και το επίθετό του σε Γκρούσο, έτσι για να ξεφύγει εντελώς. Η μάνα του η καημένη Μέλπω έλιωνε στο κλάμα και δεν έβρισκε καμιά δικαιολογία που τα παιδιά της την είχαν παρατήσει. Χριστό τον έκανε τον Πέτρο να πάρουν τουλάχιστον τη Μίρκα τους στο σπίτι, να ζήσουν πια ευτυχισμένοι με το εγγονάκι τους.




ΚΕΦΑΛΑΙO -8- Μίρκα


Με τα πες και πες της Μέλπως, μαλάκωσε ο Πέτρος και πήγε ο ίδιος κι έφερε τη Μίρκα πίσω, στο Κεφαλάρι. Μαζί με τη μικρή Μαρίνα, φυσικά. Όταν μπήκε η κόρη και η εγγονούλα, λες κι έλαμψε ο τόπος! Γιαγιά και παππούς ξαναβρήκαν την αξία του γέλιου και τη χαράς της ζωής. Η κυρία Μερόπη μαγείρευε με περισσότερο ζήλο και τα αγόρια της, ο Μανόλης και ο Μάρκος, μοιράζονταν τα παιχνίδια της μικρής, πότε στον κήπο και πότε στο κάτω σαλόνι της βίλας. Η βίλα είχε αρκετούς χώρους παιχνιδιού, είχε αίθουσα για μπιλιάρδο και σάλα για χαρτιά, είχε κι ένα μεγάλο χώρο στο ισόγειο, το κάτω σαλόνι, ειδικό για παιδικά παιχνίδια. Με πάγκους στον τοίχο για ζωγραφικές, με κρεμασμένες μπασκέτες και τραπέζι πινγκ πονγκ. Η ζωή κυλούσε όμορφα για αρκετό καιρό, μέχρι που η Μίρκα θέλησε να ξαναφύγει, για την Πορτογαλία αυτή τη φορά. Είχε γνωρίσει ένα πορτογάλο ιππέα κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων, τον είχε ερωτευτεί και την είχε καλέσει να πάει μαζί με τους δικούς της στην πατρίδα του να γνωριστούν οικογενειακώς.

Άλλο που δεν ήθελε ο Πέτρος Γεωργόπουλος, μια ευκαιρία για ξεκούραση, ένα ταξίδι με τη γυναίκα, την κόρη του και την εγγονή του. Είχε τελειώσει τα τυπικά με τη μετοχοποίηση της εταιρείας του, είχε κρατήσει για τον εαυτό του την ισόβια θέση του προέδρου της εταιρείας, εξασφαλίζοντας για τον εαυτό του και τα παιδιά του καλά εισοδήματα, τη στιγμή που κανένα από αυτά δεν είχε διάθεση να συνεχίσει το έργο της ζωής του. Λίγο στενοχωρημένος, αλλά απολύτως προσγειωμένος, είχε δράσει κατά πώς ήταν το πιο λογικό. Ο αδελφός του ο Δημήτρης, έτσι κι αλλιώς, δεν του έφερνε ποτέ αντίρρηση και ήταν πλήρως ικανοποιημένος με τη διεύθυνση του υγειονομικού τμήματος, σε ισόβια βάση επίσης. Συνταξιούχος δε θα γινόταν κανείς τους ποτέ, έτσι μαθημένοι στη σκληρή εργασία από τα γεννοφάσκια τους.

Δεν είχαν υπολογίσει το πείσμα της μικρής Μαρίνας όμως, που δεν ήθελε με κανένα τρόπο να ακολουθήσει. Θα έμενε στην Αθήνα, στο σπίτι που της είχε χαρίσει ο παππούς της, και δε θα πήγαινε πουθενά. Το αγαπούσαν υπέρμετρα αυτό το κοριτσάκι που είχε μπει σαν λουλουδάκι να φωτίσει τη ζωή τους και δεν θέλησαν να του χαλάσουν το χατίρι, έτσι άφησαν να περάσει το δικό της. Τι κοριτσάκι δηλαδή, κοτζάμ κοπέλα ήταν πια η Μαρίνα, είχε περάσει τα τριάντα, είχε σπουδάσει ηλεκτρονική μηχανικός και εργαζόταν σε πολυεθνική εταιρία. Ο γάμος δεν την ενδιέφερε καθόλου και, πού την έχανες πού της έβρισκες, όλο χωμένη στο ιντερνέτ ήταν. «Εδώ είναι το μέλλον μου, εδώ είναι η ζωή μου» έλεγε, συμπληρώνοντας κάτι ακατάληπτα για τους άλλους, πράγματα σχετικά με μόντεμ, μνήμες, ακάουντ, μπλογκς και πασγουορντς. Είχε κάνει και τρύπες στα αυτάκια της και η γιαγιά της δε μπορούσε ακόμα να χωνέψει αυτή τη μόδα να πληγώνουν οι νέοι το σώμα τους. Τα βαμμένα μαλλιά, εντάξει, άμα θέλεις τα ξεβάφεις και όλα είναι όπως και πρώτα, αλλά αυτές οι τρύπες, πώς γίνεται να βουλώσουν;

Ο Πέτρος, ευτυχώς ήταν πιο προσγειωμένος, του άρεσε κιόλας να νεάζει, κι έπαιρνε τα κομμάτια της μικρής. «Αστο το παιδί» έλεγε, «δε λες πώς δεν έμπλεξε με τίποτα χειρότερο;» εννοώντας τα ναρκωτικά, φυσικά. Μπαίνοντας το φθινόπωρο, η Μίρκα με τους γονείς της έφυγαν για τη Λισσαβόνα. Αρκετά χρόνια είχε μείνει μόνη, να περνά μια ζωή γεμάτη δυσκολίες και μοναξιά, με αντικείμενο απασχόλησης την ιταλική μόδα τόσα χρόνια, με τον έρωτα του Παύλου που χάθηκε τόσο νέος και τόσο δυνατός να σιγοκαίει τα σωθικά της. Καιρός ήταν να γνωρίσει κάτι όμορφο, και ο έρωτας του Λούκας, έτσι λεγόταν ο πορτογάλος ιππέας, προβλεπόταν υπέροχος.

Η Μίρκα ήταν εθελόντρια στο άθλημα της ιππασίας και είχε αναλάβει την ξενάγηση μερικών ιππέων σε αρχαιολογικούς χώρους, τις ώρες που δεν είχαν προπόνηση, έτσι γνωρίστηκε με τον Λούκας, ένα καλοστεκούμενο σαρανταπεντάρη με γκρίζους κροτάφους, γοητευτικότατο. Ο Λούκας δεν κέρδισε κανένα μετάλλιο, αλλά την καρδιά της Μίρκας την είχε στο τσεπάκι του. Εβγαζε μάτι με τη συμπεριφορά της το πόσο ήταν γοητευμένη μαζί του. Ηταν μεγαλύτερή του βέβαια, και αυτό την ξάφνιαζε ευχάριστα, δεδομένου ότι εκείνος θα μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε δίπλα του, ακόμα και μια κατά πολύ νεώτερή του. Το ότι ερωτεύτηκε εκείνη, το ένιωθε σαν θαύμα. Και, πραγματικά, ήταν ένα θαύμα και για το Λούκας η συνάντησή του με τη Μίρκα και η άμεση ανταπόκρισή της στα κομπλιμέντα του. Μια τέτοια γυναίκα αναζητούσε σε όλη του τη ζωή, μια γυναίκα με χιούμορ, δυναμισμό και έμφυτη σοφία, να μπορεί να συζητήσει σοβαρά μαζί της, αλλά και να γελάσει και να παίξει. Το ζήτημα των απογόνων το είχε λύσει με τον προηγούμενο γάμο του, που ήδη είχε διαλυθεί πριν δέκα περίπου χρόνια. Τώρα ήθελε να ζήσει μια ζωή γεμάτη, επιτέλους, και ξεκούραστη. Και με τη Μίρκα ήταν σίγουρος πως θα ζούσε παραδεισένια.

Εφτασαν στη Λισσαβόνα μεσημέρι Κυριακής. Στο αεροδρόμιο τους περίμενε ο Λούκας με το τζιπ του, φόρτωσαν τα μπαγκάζια και ξεκίνησαν για τη βίλα του, όπου έμενε με τον πατέρα του, τις θείες του, και τα άλογά του. Ο Λούκας είχε ορφανέψει από μάνα σε μικρή ηλικία, για τούτο και είχε αφοσιωθεί στα ζώα. Αγαπούσε όλα τα ζώα, αλλά τα άλογα ήταν η αδυναμία του. Μεγαλωμένος σε περιβάλλον αυστηρό και κοινωνικά στενό, μοναδική διέξοδο για να εκφραστεί είχε βρει τα ζώα. Του άρεσε πολύ και το γράψιμο, είχε σπουδάσει και φιλολογία, πορτογαλική και αγγλική, αλλά τα ζώα έκλεβαν το μεγαλύτερο μερίδιο από τα ενδιαφέροντά του. Ισως αυτή η αγάπη να έπαιξε ρόλο στη διάλυση του γάμου του, μια και είχε παντρευτεί μια γυναίκα πανέμορφη και νεότατη, που αδυνατούσε να καταλάβει πώς είναι δυνατόν ένας άντρας να αγαπάει και να ενδιαφέρεται και για κάτι άλλο εκτός από εκείνη. Η Μίρκα σίγουρα θα τον καταλάβαινε, σκεφτόταν ο Λούκας οδηγώντας τρελά σαν όλους τους πορτογάλους, πλησιάζοντας προς την ονειρεμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, τη χαριτωμένη και χιλιοτραγουδισμένη Λισσαβόνα.