Βρισκόταν στο δεύτερο όροφο, στην μέση της πίσω πλευράς του κτιρίου. Ίσως να υπέθετε κανείς ότι υστερούσε σε σχέση με τα γειτονικά γωνιακά δωμάτια 19 και 21, όμως αυτό δεν ήταν αλήθεια γιατί είχε ομολογουμένως την πιο όμορφη θέα. Η κα Ευδοξία αμέσως μόλις τελείωσε η οικοδόμηση είχε βάλει να τις φυτέψουν για λόγους ομορφιάς πεύκα γύρω από το ξενοδοχείο. Το κατάλληλο κλίμα, το καλό έδαφος και βέβαια η φροντίδα του Χρήστου ευνόησε την ανάπτυξη των δέντρων σε τέτοιο σημείο που ξεπέρασαν πλέον το ύψος του κτιρίου και με τα πυκνά κλωνάρια τους προστάτευαν πάρα πολύ καλά την ιδιωτική σφαίρα των επισκεπτών. Όλα τα πεύκα θεριέψανε με τα χρόνια, όλα εκτός από αυτό μπροστά από το μπαλκόνι του δωματίου με το νούμερο 20. Όσο και να το περιποιούνταν ο Χρήστος, όσο και να πρόσθετε στο χώμα συγκεκριμένα συστατικά, όσο και να το κλάδευε για να δυναμώσει, όποιες προσπάθειες και να έκανε δεν έλεγε να μεγαλώσει, αλλά όλως περιέργως ούτε και να μαραζώσει. Όλα αυτά τα χρόνια από την φυτέψει του, θα ήταν εντωμεταξύ πάνω από 30, είχε μεγαλώσει δυο μέτρα το πολύ. Σχετικά λίγο αν το σύγκρινε με τα άλλα τριγύρω του. Η κα Ευδοξία υποπτευόταν ότι ένας βράχος ή κάτι παρόμοιο θα ενοχλεί τις ρίζες του δέντρου, αλλά δεν της βάσταγε η καρδιά να το ξερίζωνε για να βεβαιωθεί ή για να αφαιρούσε τον βράχο. Άσε που δεν ήταν κάτι τέτοιο απαραίτητο, αντίθετα η θέα που άφηνε στον επισκέπτη του δωματίου με τον αριθμό 20 ήταν καταπληκτική.
Όταν η κα Ευδοξία άλλαζε τα σεντόνια ή ετοίμαζε το δωμάτιο για τον επόμενο επισκέπτη, δεν μπορούσε να αποφύγει να ρίξει μια ματιά έξω από το μπαλκόνι. Το θέαμα του βράχων στον αρχαιολογικό χώρο και τα ερείπια του Ναού της ήταν αγαπητάκαι συνάμα οικεία. Ένιωθε ότι θα έπρεπε να τα χαιρετίσει και να τους φερθεί με αγάπη και σεβασμό, όπως θα φερόταν σε ένα φίλο που της συμπαραστέκεται στις δύσκολες ή στις χαρούμενες στιγμές.
Όταν μερικές φορές σάστιζε από την πολλή δουλειά ή αναρωτιόταν πως θα τα κατάφερνε να λύσει κάποιο πρόβλημα που παρουσιάστηκε ξαφνικά, ανέβαινε στον δεύτερο όροφο και πήγαινε στο μπαλκόνι του δωματίου με το νούμερο 20 να δει τα αρχαία μάρμαρα. Συλλογιζόταν ότι εάν τα είχαν καταφέρει τόσο καλά οι αρχαίοι να κατασκευάσουν ένα τέτοιο υπέροχο μεγαθήριο χωρίς τις μηχανικές βοήθειες που είχανε σήμερα, δεν θα μπορεί και εκείνη θα ξεπερνούσε τις μικροδυσκολίες της. Που θα πήγαινε, αποκλείεται να ήσαν εκείνοι υπεράνθρωποι και η ίδια αδύναμη.
Για ευνόητους λόγους οι επισκέπτες του δωματίου με το νούμερο 20 είχαν αρχαιολογικά ενδιαφέροντα. Πριν λίγο καιρό είχε αναχωρήσει ο τελευταίος επισκέπτης. Ήταν ένας Γερμανός υπάλληλος του αρχαιολογικού χώρου που είχε έρθει στα πλαίσια μιας μετεκπαίδευσης τριών μηνών. Ωραία υπόθεση και αυτή. Ο Γερμανός μιλούσε τέσσερις γλώσσες συνολικά, Γερμανικά, Ρωσικά, Ιταλικά και Αραμαϊκά, και παρόλο που η κα Ευδοξία με τα Ελληνικά και Αγγλικά δεν είχε συνήθως πρόβλημα να συνεννοηθεί με τους επισκέπτες του ξενοδοχείου, μέσα σε τόσες γλώσσες, στις τόσες δυνατότητες ήταν τελικά μόνον ο Χρήστος που τα κατάφερνε να επικοινωνεί με τον Γερμανό αρχαιολόγο. Ένας από τους λόγους ίσως και να ήταν το γεγονός ότι δεν μίλησαν ποτέ και από ότι φαίνεται είχαν βρει οι δυο τους ένα πολύ αποτελεσματικό τρόπο επικοινωνίας χωρίς λόγια.
Ο Χρήστος τον πήρε μαζί του στην βάρκα του για να του δείξει το δελφίνι που θα ήθελε να καβαλήσει σαν να είναι άλογο και ο Γερμανός του έδειξε τον αρχαίο ναό και τα σημεία στα οποία θα σκάβανε γιατί βρήκανε κοντά ανθρώπινα οστά και κεραμικά ηλικίας πάνω από 2500 χρόνων.
Γίνανε φίλοι, πηγαίνανε βόλτα στο δάσος, στην πλατεία της κωμόπολης, στο μοναστήρι πίσω από το βουνό, για ψάρεμα χταποδιού.
Χωρίς καμιά κουβέντα, μόνον με αυτά που μπορούν να εκφράσουν τα μάτια τους, εξιστορούσε ο ένας ολόκληρη την παιδική του ηλικία και απαντούσε ο άλλος με τις περιπέτειες κατά την διάρκεια των σπουδών. Μια αταίριαστη φιλία, ίσως μια χωρίς μέλλον και περιθώρια εξέλιξης, όμως σίγουρα μια έντονη και ανεπανάληπτη. Tί και αν δεν έβρισκαν τις λέξεις, τί και αν δεν είχαν ανάλογη μόρφωση, τί και αν καταγόντουσαν από διαφορετικά κράτη, είχαν διαφορετική ιστορία, διαφορετική ηλικία; Ήσαν φίλοι και όλες αυτές οι διαφορές δεν έπαιζαν κανένα λόγο για εκείνους.
Ένα βράδυ σε μια από τις καταιγίδες του φθινοπώρου έπεσε ένας κεραυνός ακριβώς στο δέντρο μπροστά στο μπαλκόνι του δωματίου με το νούμερο 20. Το πεύκο αμέσως άρχισε να καίγεται αλλά κανείς από τους επισκέπτες δεν ήταν ξύπνιος για να το προσέξει. Ούτε και ο Γερμανός του δωματίου με το νούμερο 20 δεν θα είχε πάρει είδηση τι συνέβη, αν δεν τον ξυπνούσε ο βρόντος και δεν αποφάσιζε να σηκωθεί για να πάει στην τουαλέτα. Η θέα του δέντρου που το περιτριγυρίζαν οι φλόγες τον σοκάρισε αλλά και μάγεψε ταυτόχρονα σε τέτοιο σημείο ώστε να χρειαστεί αρκετά πολύτιμα λεπτά πριν ενημερώσει την κα Ευδοξία ότι κάτι συνέβαινε. Λόγω της έλλειψης μιας συμβατής γλώσσας, έπρεπε εκείνη να ανεβεί πρώτα τους δυο ορόφους και να κοιτάξει έξω από το μπαλκόνι μέχρι να καταλάβει το λόγο της αναστατωμένης κλήσης του επισκέπτη του ξενοδοχείου.Η πυροσβεστική βρήκε τον Χρήστο να προσπαθεί με κουβέρτες και χώμα να πνίξει την φωτιά και τον Γερμανό να βρίσκεται στο μπαλκόνι του και να παραληρεί με την άρπα στο χέρι, λες και ήταν Νέρο. Κανείς δεν καταλάβαινε γερμανικά, άσε που δεν μπόρεσαν να ακούσουν τι είχε πει, όμως ο Χρήστος δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ στην ζωή του. Στην φιλία δεν ήταν σημαντικές οι λέξεις αλλά οι πράξεις. Ένας φίλος δεν θα τον άφηνε μόνο σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή, ούτε θα παρατηρούσε τα συμβάντα από απόσταση ασφαλείας. Αλλά το πιο σημαντικό, ένας φίλος δεν θα άφηνε ποτέ να καεί ένα δέντρο χωρίς να προσπαθήσει να το σώσει.
Ένα πεύκο δεν είναι απλά κάτι που δίνει ξύλο για να φτιάχνουν οδοντογλυφίδες. Ούτε υπάρχει για να κάνει σκιά, ή για να παρέχει τα κουκουνάρια για την σάλτσα με βασιλικό και παρμεζάνα.
Παρά ένα ον που έπρεπε να προστατευθεί και η απώλειά του εξίσου σημαντική όσο ενός ανθρώπου.