Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10, 2006

ΚΕΦΑΛΑΙΟ - 9 - Μαρίνα

Η Μαρίνα, εργαζόταν στο δημιουργικό τμήμα μιας πολυεθνικής εταιρείας παραγωγής και εμπορίας λογισμικού, η οποία είχε έδρα στην Ολλανδία. Στην Ελλάδα υπήρχε ένα μικρό της παράρτημα, επιφορτισμένο κυρίως με την εμπορική δράση. Η Μαρίνα σκυλοβαριόταν την ελληνική μικροαστική κοινωνία και δεν έβλεπε την ώρα να φύγει για το Αμστερνταμ, όπου θα μπορούσε να αναπτύξει περισσότερο τις δυνατότητές της, να εφαρμόσει τελοσπάντων όσα είχε μάθει και να προχωρήσει κιόλας σε γνωστικό επίπεδο. Είχε μεγάλες φιλοδοξίες και γνώριζε καλά ότι ο χρόνος για να τις πετύχει ήταν περιορισμένος. Πάση θυσία έπρεπε ίσαμε τα τριάντα πέντε της να έχει φτάσει σε σημαντικό πόστο, τόσο γνώσεων όσο και ιεραρχίας στην εταιρεία.

Για την ώρα, περιόριζε τον εαυτό της και τις χάρες του σε ασήμαντα εργασιακά πλάνα και ανούσιες γνωριμίες. Το σερφάρισμα στο ιντερνέτ και η συμμετοχή της σε διάφορα δρώμενα στον άϋλο διαδικτυακό χώρο της πρόσφεραν κάποιου είδους ευχαρίστηση, δεν ήταν όμως αυτό το ζητούμενό της, χώρια που ανησυχούσε μήπως εθιστεί και παραβλέψει το στόχο της. Θα έμενε ένα δυο μήνες στην Αθήνα, ίσα να περάσει χαλαρά την αλλαγή του χρόνου και τα γενέθλιά της με τους παιδικούς της φίλους, το Μάρκο και το Μανόλη, και μετά θα έφευγε στα σίγουρα για Ολλανδία. Δεν έσκαγε καθόλου για τη Μίρκα, τη μάνα της, ούτε για τη γιαγιά και τον παππού, τους οποίους άλλωστε είχε γνωρίσει κάπως αργά και δεν είχε δεθεί συναισθηματικά μαζί τους. Ας βρισκόντουσαν λοιπόν στην Πορτογαλία ή οπουδήποτε στον κόσμο, καρφί δεν της καιγόταν!

Μεγαλωμένη στην Ιταλία, με τη μητέρα της να αλλάζει διαρκώς τόπο διαμονής και εργασίας, ένα κοριτσάκι πανέξυπνο αλλά και καχύποπτο, όπως τα πιο πολλά παιδιά που νιώθουν ανασφάλεια με τις διαρκείς αλλαγές τόπου διαμονής, που συνεπάγονται και αλλαγές σχολείων, φίλων, και γειτόνων, είχε γίνει μια γυναίκα μυστηριώδης με βλέμμα που εξέπεμπε κάποιου είδους ανησυχία, ένα βλέμμα που ώρες ώρες έμοιαζε παραπονεμένο και πληγωμένο σαν το βλέμμα μικρού ζαρκαδιού που διακρίνει καθαρά τον κίνδυνο λίγο πριν τουφεκιστεί. Αυτό το βλέμμα τραβούσε τους άντρες συναδέλφους της σα μαγνήτης, η Μαρίνα όμως έμενε απαθής, συγκρατούσε τη λίμπιντό της, με μοναδικό λόγο την ανασφάλεια και τη δειλία της.

Δεν απεχθανόταν τους άντρες, ίσα ίσα τους εύρισκε πολύ γοητευτικά όντα, είχε πολλούς φίλους επειδή με το αντρικό φύλο μπορούσε να συνδιαλέγεται με ευθύτητα, κάτι που χαρακτήριζε το «γεωργοπουλαίικο» του χαρακτήρα της όπως έλεγε ο παππούς ο Πέτρος, αλλά δίσταζε να προχωρήσει παρακάτω σε μια σχέση δέσμευσης. Μια τέτοια στενή συναισθηματικά σχέση θα την εμπόδιζε να εκπληρώσει τις φιλοδοξίες της και αυτό το εύρισκε άκρως επικίνδυνο για το μυαλό της, όσο και καταπιεστικό. Λάτρευε τους φίλους της, ιδιαίτερα το Μάρκο, παρόλο που ήταν αρκετά μικρότερος. Είχαν κάνει και παρόμοιες σπουδές και μπορούσαν να συνεννοούνται καλύτερα. Ο Μανόλης ήταν πιο απόμακρος, ιδίως τώρα που είχε δεσμευτεί με τη Λίτσα.

Αυτή την κοπέλα τη θαύμαζε η Μαρίνα για την ευθύτητα αλλά και για τη ζωντάνια της. Την έβρισκε και πολύ όμορφη, κρίνοντας από τα μανεκέν με τα οποία είχε πάρε δώσε η μητέρα της στην Ιταλία, μια και είχε καθημερινή επαφή με διάφορα πρακτορεία μοντέλων λόγω των επιδείξεων μόδας. Αν η Λίτσα πήγαινε να δουλέψει στην Ιταλία, σίγουρα θα έσκιζε. Μια φορά που έφερε προς τα εκεί την κουβέντα, ο Μανόλης την αγριοκοίταξε και η Λίτσα δεν της έδωσε καμιά σημασία, οπότε δεν είχε κανένα λόγο να επιμείνει. Τότε ακριβώς το κατάλαβε καλά ότι δεν σκέφτονται όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν και μερικοί που νοιάζονται για την ποιότητα και τη χαρά της ζωής, βάζοντας στην άκρη τις φιλοδοξίες τους. Αυτό είχε καταλάβει, γιατί δεν ήταν δυνατό να βάλει στο νου της την πιθανότητα να μην έχουν καν οι άνθρωποι φιλοδοξίες -επαγγελματικές τουλάχιστον.

Αντίθετα με την εικόνα που είχε η ίδια η Μαρίνα για τον εαυτό της, που τον έβλεπε σαν ξυλάγγουρο στον καθρέφτη, οι άλλοι την έβλεπαν σαν θεά. Μια καλοκαμωμένη γυναίκα με κάτασπρη επιδερμίδα, μαύρα μαλλιά, γλυκό πρόσωπο με βλέμμα παιδιού, κίνηση αιλουροειδούς και γέλιο γοργόνας. Πώς γελάνε οι γοργόνες; Όπως ακριβώς γελούσε η Μαρίνα, σαν κύμα έβγαινε το γέλιο από μέσα της, στην αρχή σαν απαλό κυματάκι, μετά άρχιζε να δυναμώνει, ύστερα άφριζε και τελικά ξέσπαγε και απλωνόταν σαν ωκεανός. Ηταν δηλαδή μια γοητευτική γυναίκα, χωρίς την παραμικρή επίγνωση της γοητείας της. Ισως αυτό να ήταν και η μεγαλύτερή της γοητεία.

Πέρασαν λοιπόν την αλλαγή της χρονιάς, πέρασαν και τα γενέθλιά της, κι έφυγε η Μαρίνα ένα πρωί χωρίς καν να χαιρετήσει κανέναν. Ένα σημείωμα έριξε μονάχα κάτω από την πόρτα της κυρίας Μερόπης, ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή την άνοιξη να αποχαιρετίσει το Μάρκο πριν φύγει για το στρατό, και να προσέξει να μη πειράξει τίποτα στο δωμάτιό της, απλώς να αερίσει και να σφραγίσει το δωμάτιο και να μη δώσει το κλειδί σε κανένα, ούτε στη μάνα της -κυρίως όχι σε αυτήν.

Ο Μάρκος στενοχωρήθηκε με την ξαφνική αναχώρηση της φίλης του, πάνω που ήθελε να της συστήσει την Καίτη και να ζητήσει τη γνώμη της για τη γυναίκα που θαύμαζε πάνω απ’ όλες. «Δεν πειράζει, θα ξανάρθει την άνοιξη» σκέφτηκε και ηρέμησε. Η Μαρίνα για το Μάρκο ήταν η αδελφή που δεν είχε. Θυμάται καλά τη μέρα που εμφανίστηκε στον κήπο η μικρή εγγονούλα του κυρίου Πέτρου, άρτι αφιχθείσα εξ Ιταλίας, να κουτσομιλάει τα ελληνικά και να σκοντάφτει στο κυνηγητό. Στα επιτραπέζια παιχνίδια όμως ήτανε κανόνι, κανείς δεν την κέρδιζε. Καλή ήταν και στη ζωγραφική, ενώ υστερούσε αισθητά στο πινγκ πονγκ, που ήταν το μόνο παιχνίδι όπου κέρδιζε ο Μάρκος και για τούτο είχε αρχίσει να το προτιμάει από τότε.

Η άνοιξη μπήκε με τον κύριο όγκο της οικογένειας των γεωργοπουλαίων στη Λισσαβόνα, τον Γεράσιμο -και νυν Μαξ Γκρούσο- στο Λονδίνο, τη Μαρίνα στο Αμστερνταμ και τον κύριο Δημήτρη στο διαμερισματάκι του κοντά στα γραφεία της εταιρείας. Αυτός κάλλιστα θα μπορούσε να τη βγάζει και σε ένα καναπέ στο γραφείο του. Τέτοιο κόλλημα!

Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, η έρημη βίλα της Εκάλης έμοιαζε με λουλούδι που άνθιζε χωρίς να τo χαίρεται κανείς, τα αφεντικά της ξενιτεμένα, η κυρία Μερόπη στο κρεβάτι με σπασμένο πλευρό, ο Μανόλης στη δουλειά, και ο Μάρκος... αλήθεια, πού ήταν ο Μάρκος;