Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2006

ΚΕΦΑΛΑΙΑ 12-16

Αλλος για εκμαγείο!

Η Καίτη Ντράϊμπαν ξύπνησε κακόκεφη εκείνο το Δευτεριάτικο πρωινό. Κάθε Δευτέρα σχεδόν της συνέβαινε το ίδιο, να ξυπνάει κακόκεφη, αλλά αυτή ειδικά τη Δευτέρα η διάθεσή της ήταν να μείνει στο κρεβάτι σε μια προσπάθεια επιστροφής στα προηγούμενα. Ηθελε να γυρίσει το χρόνο πίσω, όχι πως αυτό δεν το επιθυμούσε γενικώς, αλλά να, σήμερα το ήθελε περισσότερο από ποτέ πριν. Γιατί; Ποιος ήταν ο λόγος; Ισως επειδή δεν έβρισκε λύση για το πώς να πείσει κάποιον να γίνει το μοντέλο για το πρώτο εκμαγείο, ίσως επειδή ο Μανόλης είχε υποχωρήσει αισθητά ως πρότυπο στα μάτια της αφότου αντίκρυσε το νεαρό Μάριο, ίσως ίσως επειδή τα είχε ψιλοκοπανίσει το προηγούμενο βράδυ.

Τέντωσε τα χέρια, άπλωσε τα πέλματα ίσαμε εκεί που δεν έπαιρνε στρέφοντας αργά τους αστραγάλους μέσα έξω, μαζεύτηκε μετά σε στάση εμβρύου. Το αίμα κύλησε γρηγορότερα στις αρτηρίες, ο εγκέφαλος ξύπνησε για τα καλά και η Καίτη έβγαλε πρώτα το δεξί πόδι έξω από τα σκεπάσματα και το ακούμπησε στο πάτωμα ψάχνοντας την αντίστοιχη παντόφλα. Μόλις τη βρήκε, ανασηκώθηκε κι έβγαλε και το αριστερό, ο κορμός ακολούθησε κι έτσι βρέθηκε καθιστή. Εσπρωξε τα πέλματα να μπουν καλά στις παντόφλες με τα δερμάτινα γαζιά και σηκώθηκε όρθια. Ξανατέντωσε τα χέρια στην έκταση και κατόπιν στην ανάταση και όδευσε προς το λουτρό, αποφασισμένη να περιποιηθεί υπερβολικά το σαρκίον της. Γέμισε τη μπανιέρα, άνοιξε το τζακούζι, μπήκε μέσα και σφάλισε τα μάτια.

Εκεί μέσα, σε αυτή την κατάσταση, της ερχόντουσαν πάντα οι καλύτερες ιδέες. Πώς δεν το σκέφτηκε νωρίτερα να εφαρμόσει την πετυχημένη αυτή μέθοδο; Αφησε το ερώτημα κι έπιασε να σκέφτεται το πρόβλημα ‘εκμαγείο’. Μα ναι! Αυτό ήταν! Θα έφτιαχνε πρώτα το δικό της! Όχι ολόκληρο φυσικά, αλλά ένα τμήμα του κορμιού της. Θα το έφτιαχνε με μεγάλη προσοχή, απολύτως επαγγελματικά, ένα δείγμα ικανό να προσελκύσει κάθε υποψήφιο μοντέλο.

Αφού τελείωσε με την περιποίηση του σώματος και των μαλλιών, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα πόδια μια και ένα από αυτά θα ήταν το μοντέλο της, πήγε στην κουζίνα που, με την τάξη που επικρατούσε και την καθαριότητα, θύμιζε χειρουργικό θάλαμο, ήπιε μονορούφι δυο ποτήρια νερό και μπήκε στον κόπο να ετοιμάσει ένα πλούσιο πρωινό. Το έβαλε στο μεγάλο ξύλινο δίσκο, έριξε κάτι πρόχειρο πάνω της, άνοιξε την πόρτα ελέγχοντας αν έχει βάλει τα κλειδιά στην τσέπη της, την έκλεισε τραβώντας τη με την άκρη του ποδιού, και κατέβηκε στο εργαστήριο.

Εκεί, κάθισε στην περιστρεφόμενη πέτσινη πολυθρόνα και άρχισε να τσιμπολογάει μπισκοτάκια, φρούτα, φέτες ψωμί με μαρμελάδα, ενώ ρουφούσε στα μεσοδιαστήματα υπέροχη ζεστή σοκολάτα. Η σοκολάτα ήταν κάτι σαν κινητήρια δύναμη για την Καίτη Ντράϊμπαν. Χωρίς σοκολάτα δεν μπορούσε να σκεφτεί, χωρίς σοκολάτα έπεφτε σε μαύρη θλίψη, δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να υπάρχει χωρίς σοκολάτα. Η σοκολάτα λοιπόν έκανε καλά τη δουλειά της, ως φαίνεται, γιατί η Καίτη καθόρισε επακριβώς τις επόμενες ενέργειές της, τις οποίες σημείωσε σε ένα κίτρινο χαρτάκι. Το κίτρινο ήταν το αγαπημένο της χρώμα, αυτό που την ενέπνεε και για τούτο βρισκόντουσαν πάντα κίτρινα μπλοκάκια ένα γύρω, και στο εργαστήριο αλλά και στο σπίτι, σε κάθε τσάντα και σχεδόν σε κάθε της τσέπη.

Μόλις τελείωσε με το πρωινό, σηκώθηκε και ξεκίνησε να εφαρμόζει κατά σειρά όλα τα σημειωμένα. Αλειψε το αριστερό της πόδι, από τη μέση του μηρού και κάτω, με παχύρρευστο ζεστό λιωμένο σαπούνι, προσέχοντας να μη παραλείψει ούτε μια ελάχιστη επιφάνεια χωρίς αυτό το αποκολλητικό υλικό. Κατόπιν, ετοίμασε μέσα στο σκάμμα -σε ένα δοχείο τύπου τενεκέ- το μίγμα του γύψου με το πλαστικό, δοκίμασε την πυκνότητά του με τα δάκτυλα και βούτηξε το πόδι της μέσα. Επρεπε να σταθεί εντελώς ακίνητη για δέκα λεπτά περίπου, ώσπου να στερεοποιηθεί το καλούπι. Η Καίτη ήταν τέρας υπομονής και άνθρωπος με ικανότητα αυτοσυγκέντρωσης, οπότε δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να παραμείνει περί τα δώδεκα ολόκληρα λεπτά της ώρας παίζοντας το άγαλμα.

Ενοιωθε το πόδι της να σφίγγεται μέσα στο καλούπι και να μουδιάζει ενοχλητικά, αλλά έσφιγγε τα δόντια και έστελνε το νου της να ταξιδεύει αλλού. Στα δώδεκα λεπτά, απασφάλισε τις πλευρές του δοχείου, έτσι ώστε να μείνει μονάχα το πόδι με το υλικό γύρω του. Πήρε ένα χάρακα κι ένα λεπτό μπλε μαρκαδόρο και χάραξε τη γραμμή κοπής στις δυο πλευρές του υπόλευκου παραλληλεπίπεδου. Επάνω σε αυτές τις γραμμές θα κοβόταν το υλικό, ώστε να χωριστεί στα δυο το παραλληλεπίπεδο και να απελευθερωθεί το πόδι. Αργότερα, σε αυτό το καλούπι θα δημιουργούσε το εκμαγείο του ποδιού της.

Τώρα, έπρεπε να προσέξει ιδιαίτερα την επόμενη κίνησή της, να κόψει δηλαδή το υλικό κατά μήκος των δύο πλευρών χωρίς να τραυματιστεί το ποδαράκι της. Αυτή ήταν η πιο επικίνδυνη φάση του εγχειρήματος. Ευτυχώς, είχε μείνει λίγη σοκολάτα στο φλυτζάνι, αν και πλέον κρύα. Ρούφηξε μια γουλίτσα και πήρε το πριόνι, ένα ειδικό πριόνι ηλεκτροφορτιζόμενο με μπαταρίες και με ευαίσθητο κύτταρο, ώστε όταν συναντούσε μαλακή επιφάνεια να διακόπτει αυτομάτως την κίνησή του. Εκανε το σταυρό της νοερά και έβαλε το εργαλείο σε λειτουργία. Το πριόνι ξεκίνησε με έναν απαλό θόρυβο να κόβει το περίβλημα του ποδιού κατά μήκος των γραμμών κοπής.

Η δεξιά πλευρά ήταν ευκολότερο να κοπεί, επειδή χρησιμοποιούσε το δεξί της χέρι, η αριστερή τη δυσκόλεψε κάπως, η δοκιμασία όμως περατώθηκε με επιτυχία. Με ένα βαθύ αναστεναγμό και τεταμένη προσοχή, μη πέσουν απότομα τα κομμένα τμήματα του καλουπιού και θρυμματιστούν, η Καίτη απελευθέρωσε το ποδαράκι της κι έτρεξε στο ντους του εργαστηρίου να το ξεπλύνει. Σε λίγο θα άρχιζε το κυρίως έργο, η κατασκευή του εκμαγείου.

Το ότι δοκίμασε η ίδια, επάνω στον εαυτό της, αυτό το σύντομο μαρτύριο, της έδωσε μια ιδέα του τι θα περνούσε το υποψήφιο μοντέλο και να φερθεί με ανάλογη ευαισθησία. Αν ένας οδοντίατρος μπορούσε να επέμβει στον εαυτό του σφραγίζοντας π.χ. ένα δόντι, πόσο καλύτερα θα φερόταν στους ασθενείς του, σκέφτηκε με μια περιπαιχτική διάθεση, ρούφηξε την τελευταία γουλίτσα σοκολάτας που είχε απομείνει και έκανε μια βόλτα ένα γύρω στο χώρο εξετάζοντας τα διάφορα υλικά τα ταχτοποιημένα στα ράφια και στους πάγκους του εργαστηρίου, τόσο για να ελέγξει αν όλα βρισκόντουσαν στη θέση τους, όσο και για να ξεμουδιάσει.


Προετοιμασία γιορτής

Όταν ξεμούδιασε, όλα φάνηκαν πιο εύκολα. Τοποθέτησε τα καλούπια σε ένα πάγκο, ετοίμασε το πλαστικό υλικό και, αφού τα άλειψε προσεκτικά με υγρό σαπούνι, τα γέμισε με αυτό και τα σκέπασε με δυο κομμάτια λινό ύφασμα να μη στεγνώσουν απότομα. Κατόπιν, πήρε το δίσκο με τα άδεια πιατικά και ανέβηκε στο ρετιρέ. Φόρεσε κάτι ζεστό και βγήκε στη βεράντα και κάθισε στο καλοκαιρινό σαλονάκι, να συνεχίσει τη μελέτη ενός ενδιαφέροντος βιβλίου περί κινηματογράφου, που είχε αφήσει στη μέση.

Διαβάζοντας, της ήρθε η έμπνευση να καλέσει όλους τους γνωστούς που, κατά κάποιον τρόπο, συνδεόντουσαν με το Μάριο, ώστε να μη κινήσει παράξενες υποψίες. Είχε καταλάβει καλά στη ζωή της ότι, οι αγνές προθέσεις δεν αρκούν, οι άλλοι μπορούν να παρεξηγούν όποτε θέλουν, οτιδήποτε θέλουν και για όποιο πράγμα τους έρθει στο μυαλό. Ετσι, αποφάσισε να κάνει ένα μικρό ήσυχο πάρτι, μια γιορτούλα δήθεν αποχαιρετιστήρια για το Μάρκο που θα πήγαινε φαντάρος σε λίγες μέρες, αλλά και για την αποκατάσταση της υγείας της κυρίας Μερόπης, μήπως και τη μαλακώσει κι αυτήν. Στην Καίτη δεν άρεσε να υπάρχει απαξίωση γύρω της και, μια και την αγαπούσε και τη σεβόταν ο Μάρκος, ήθελε να συμβαίνει το ίδιο με τη μάνα του.

Πήρε ένα κίτρινο χαρτάκι και άρχισε να σημειώνει. Δεν θα προσκαλούσε άσχετους ανθρώπους ούτε απλές κοινωνικές γνωριμίες, για τούτο έσβησε αμέσως τα ονόματα του κόμητα Φανέλ και της ετεροθαλούς αδελφής του Βίστας, που της ήρθαν πρώτα στο νου. Οσο και να τους εκτιμούσε, δεν μπορούσε να διανοηθεί πως θα έφτιαχνε ποτέ το εκμαγείο τους. Αλλωστε, μάλλον ούτε οι ίδιοι θα το επιθυμούσαν, οπότε, προς τι η αναστάτωση; Για να τους ακούσει να κρυφογελούν σε βάρος της;

Τον Ακύλα και το Μίμη θα τους καλούσε οπωσδήποτε, το Μάρκο, το Μανόλη και τη Λίτσα φυσικά, την κυρία Μερόπη επίσης, τον κύριο Θέμη Κάγιερ με το Μάριο. Εννιά άτομα λοιπόν κι εκείνη δέκα. Καλά ήταν, θα ενθουσιαζόταν και ο μάγειράς της ο Αθήναιος, ο οποίος τη βοηθούσε συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις με τα καταπληκτικά του εδέσματα. Λίγο ακριβούτσικος έπεφτε, αλλά πάντα την έβγαζε ασπροπρόσωπη. Εννοείται ότι πουθενά δεν αποκάλυπτε ότι δεν ήταν μαγειρεμένα από τα δικά της χεράκια τα όσα σερβίριζε κάθε φορά στους καλεσμένους της. Η ίδια βαριόταν τη μαγειρική, όπως ο διάολος το λιβάνι.

Ανοιξε το καρνέ της, σήκωσε το ακουστικό του φορητού τηλεφώνου και πήρε πριν απ’ όλους τον Αθήναιο για να κανονίσει την ημερομηνία, μια που τα βασικά είχαν απόλυτη εξάρτηση από εκείνον. Χωρίς μαγειριά, το σόι γιορτή θα γινόταν; Ο Αθήναιος συμφώνησε με χαρά του να ετοιμάσει δείπνο για δέκα άτομα και, όπως πάντα συνέβαινε, ζήτησε να μη της ανακοινώσει το μενού, να είναι μια έκπληξη για όλους. Για το πότε, πρότεινε την ερχόμενη Τετάρτη και η Καίτη δέχτηκε αμέσως. Ούτε στον ύπνο της δε μπορούσε να φανταστεί με πόση ευκολία δέχτηκε ο μέγας μάγειρας να τη συνδράμει και μάλιστα χωρίς τσιριμόνιες.

Μετά, τηλεφώνησε στον κύριο Θέμη για να σιγουρέψει το Μάριο, τον απώτερο στόχο της, ο οποίος δέχτηκε με πολλή χαρά, ιδίως όταν έμαθε τα ονόματα των υπολοίπων. Η ευκαιρία να γνωρίσει τον μυστηριώδη Ακύλα από κοντά ήταν αυτό που δεν του άφησε κανένα περιθώριο να αρνηθεί. Όταν μάλιστα του ζητήθηκε να φέρει μαζί του και το νεαρό Μάριο, το θεώρησε μεγάλη τιμή να φέρει μαζί του το νέο αυτόν, που τον συμπαθούσε και του συμπαραστεκόταν στα βάσανα που τράβαγε το παιδί στο μαγαζί του ανεπρόκοπου ανεψιού του.

Τον Ακύλα και το Μίμη τους είχε σίγουρους αλλά εδώ έκανε λάθος, επειδή ο Μίμης έκανε κόνξες, δήθεν είχε να παίξει μπριτζ εκείνο τα απόγευμα και δεν ήξερε τι ώρα θα ξέμπλεκε και διάφορα νάζια. Ο Ακύλας τον δικαιολόγησε, αλλά η Καίτη κατάλαβε ότι κάτι είχε σπάσει ανάμεσά τους και δεν επέμενε. Το ένα πιάτο που θα περίσσευε δεν ήταν πρόβλημα, άσε που μπορεί και να μη περίσσευε τίποτα εδώ που τα λέμε. Όταν το φαγητό είναι καλομαγειρεμένο, όλο και κάποιος θα ζητούσε λιγάκι ακόμα.

Ο Μανόλης δεν έφερε καμιά αντίρρηση, επειδή τις Τετάρτες έχει ρεπό και η Λίτσα και ο Μάρκος έτρεξε μετά το τηλεφώνημα κατευθείαν στην κάμαρα της κυρίας Μερόπης:

-Μαμά, η κυρία Καίτη οργανώνει μια αποχαιρετιστήρια γιορτή για μένα και μας προσκάλεσε οικογενειακώς, θα έρθεις, δε θα ’ρθεις; Μη μου πεις όχι μανούλα!
-Ωχ, τι θέλει αυτή η γυναίκα από μένα; Γιατί με καλεί παιδάκι μου;
-Για να γνωριστείτε καλύτερα μαμά, τι άλλο; Θα είναι και ο Μανόλης μας με τη Λίτσα.. και ο κύριος Θέμης..
-Α, και ο κύριος Θέμης.. και πού τον ξέρει αυτόν;
-Αυτός της έχει φτιάξει τον κήπο και της προμηθεύει υλικά για την εργασία της..
-Ποια εργασία; Το τραγούδι; Χαχαχαχα.. Κάνει τη γλάστρα τώρα;
-Ελα βρε μαμά.. Τελευταία ασχολείται με τη γλυπτική.. μου πρότεινε να κάνει το εκμαγείο μου..
-Πώς; Τι να κάνει; Τι είναι εκμαγείο;
-Ουφ.. τι να σου εξηγώ τώρα.. έλα και θα μάθεις από πρώτο χέρι.
-Καλά. Πότε είναι είπαμε;
-Δεν είπαμε. Την άλλη Τετάρτη.
-Εντάξει, ως τότε θα νοιώθω καλύτερα πιστεύω.

Η κυρία Μερόπη σκεφτόταν εδώ και μέρες πώς να μιλήσει για το φάκελο στο μικρό της γιο, δεν είχε αποφασίσει ακόμα αν ήταν πρέπον να είναι παρών εκείνος στο άνοιγμά του, αλλά από την άλλη δίσταζε να τον αποσφραγίσει μόνη της. Φοβόταν για το περιεχόμενο. Οσο αδυνατούσε να φανταστεί τι θα μπορούσε να περιέχει, τόσο περισσότερο φοβόταν. Περίμενε και παρακαλούσε να της φανερωθεί, έστω στον ύπνο της, περί τίνος περίπου επρόκειτο, έφτιαξε και φανουρόπιτα, αλλά τίποτε ακόμη. Ο φάκελος παρέμενε γεμάτος με το μυστήριό του κάτω από το μαξιλάρι της, σαν ένα ατελείωτο αστυνομικό μυθιστόρημα που διστάζουμε να το τελειώσουμε πριν ανακαλύψουμε μόνοι μας τον ένοχο.

«Ισως του μιλήσω αύριο, αν δε με φωτίσει κάτι άλλο ο άγιος» είπε και σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι να κάνει τις ασκήσεις που της έδωσε ο φυσιοθεραπευτής. Το πλευρό δεν την πονούσε πλέον καθόλου, αλλά ολόκληρο το κορμί της το ένοιωθε πιασμένο. «Ισαμε την άλλη Τετάρτη θα γιάνει» ξαναείπε μέσα της και προχώρησε προς την κουζίνα, η οποία, παραδόξως, ήτανε πεντακάθαρη και περιποιημένη, όλα στη θέση τους και τίποτα στη μέση, καλύτερα παρά όταν η ίδια η κυρία Μερόπη ήταν στα καλά της.

Η Καίτη εντωμεταξύ, ξανακατέβηκε στο εργαστήριο μετά τα τηλεφωνήματα και άρχισε να ετοιμάζει τα εργαλεία επεξεργασίας του εκμαγείου.

Ένα υπέροχο πόδι

Απλωσε μαλακά πανιά επάνω στον πλατύτερο πάγκο και αναποδογύρισε επάνω τους τα δυο καλούπια. Είχαν περάσει δυο ώρες κιόλας και το υλικό ήταν εντελώς στεγνό και χωρίς καμία ατέλεια στην επιφάνεια, που απελευθερώθηκε μόλις η Καίτη χτύπησε απαλά τις πλευρές του καλουπιού. Επρεπε τώρα να συγκολλήσει προσεκτικά τα δυο κομμάτια με ένα υλικό ταχείας πήξεως, προερχόμενο από την ανάμειξη τριών διαφορετικών ουσιών, οι οποίες ήταν επικίνδυνες και έπρεπε να αποφύγει κάθε επαφή τους με το δέρμα της, για τούτο είχε προνοήσει να φορέσει τα χειρουργικά της γάντια.

Σύνθεσε το μείγμα στο ειδικό μιξεράκι και αμέσως άρχισε να απλώνει, γρήγορα αλλά και προσεκτικά συνάμα, την κόλλα επάνω και τις δυο πλευρές προς συγκόλληση. Μόλις τελείωσε, ένα υπέροχο πόδι φανερώθηκε στα μάτια της. Οσο και αν κοιταζόταν στον καθρέφτη, ποτέ δεν είχε ολόκληρη την εικόνα του ποδιού της, ποτέ δεν το είχε κοιτάξει από όλες τις πλευρές και ποτέ δεν θα μπορούσε να το φανταστεί. «Μπράβο πόδι!» είπε σχεδόν φωναχτά, παίρνοντας ένα εργαλείο λείανσης από το ράφι. «Τώρα να δεις πόσο τέλειο θα σε φτιάξω!» ξαναφώναξε, έβαλε λάτιν μουσική στο διαπασών και άρχισε απαλά τη λείανση του εκμαγείου.

Το εργαλείο χόρευε πάνω στην αριστερή της πλαστική γάμπα, που ήταν ξαπλωμένη στο μάρμαρο, ενώ και οι δυο της πραγματικές γάμπες χόρευαν κάτω από τον πάγκο εργασίας. Κάθε τόσο, τα δάχτυλά της ελέγχανε την επιφάνεια του εκμαγείου για πιθανά ελαττώματα, λίγο οι ραφές συγκόλλησης θέλανε περισσότερη επιμονή. Ισως να χρειαζόταν να περαστούν από πάνω με λίγο υλικό στοκαρίσματος ή θα κάλυπτε η βαφή τις μικροατέλειες; Αποφάσισε να στοκάρει με λεπτό πέρασμα ολόκληρη την επιφάνεια και να χρησιμοποιήσει για τελική λείανση λεπτό γυαλόχαρτο με το χέρι. Το αποτέλεσμα την δικαίωσε. Το τέλειο πόδι ήταν τέλειο και ως εκμαγείο. Ένα πέρασμα με χρώμα επιδερμίδας, για το οποίο είχε κάνει ένα σωρό δοκιμές μέχρι τώρα, μετά, η στήριξή του στο μικρό βάθρο που είχε ήδη ετοιμάσει, και η εργασία ήταν τελειωμένη.

Συμμάζεψε το εργαστήριο περιμένοντας να στεγνώσει και το χρώμα, ύστερα πήρε το έργο παραμάσχαλα και ανέβηκε στο ρετιρέ. Εκεί, άλλο πρόβλημα την περίμενε. Ενώ είχε αποφασίσει πού θα τοποθετούσε το πλαστικό της πόδι, τώρα το έβρισκε πολύ όμορφο ως έργο καλλιτεχνικό και ήθελε να βρει ένα τόπο να το αναδεικνύει περισσότερο. Η γωνιά που είχε διαλέξει πριν καν ξεκινήσει να το φτιάχνει, της φαινόταν ότι υποβαθμίζει την προσπάθεια και την τέχνη της.

Χωρίς να διστάσει και πολύ, τράβηξε τα έπιπλα και τοποθέτησε το υπέροχο πόδι στο κέντρο του σαλονιού. Εκεί, σε αυτή τη θέση, δεν υπήρχε περίπτωση να μη το προσέξουν οι επισκέπτες και, κατ’ επέκταση, σίγουρα θα τους άνοιγε η όρεξη να αποκτήσουν και το δικό τους εκμαγείο και μάλιστα δωρεάν.


Το αντίγραφο του Μάριου

Η ώρα είχε πάει πέντε το απόγευμα και η Καίτη είχε ξεχάσει να φάει και ούτε που πείναγε καθόλου. Είχε απλωθεί στο ανάκλιντρο με τα μεταξωτά μαξιλάρια και θαύμαζε το ποδαράκι της. Είχε φάει τη μισή της ζωή χωρίς να ξέρει πόσο όμορφα πόδια είχε, γιατί σίγουρα και το δεξί της θα ήταν πανομοιότυπο με το αριστερό. Σε αυτή τη χαύνωση, τη βρήκε το χτύπημα του κουδουνιού. «Ο Μάρκος θα είναι, ο γλυκός μου» σκέφτηκε και πάτησε το κουμπί χωρίς να ρωτήσει. Ούτε σκέφτηκε να περιποιηθεί λίγο περισσότερο την εμφάνισή της, ο Μάρκος θα καταλάβαινε, ιδίως όταν θα έβλεπε το πόδι.

Πόσο μεγάλο ήταν το ξάφνιασμά της όταν άνοιξε την πόρτα και είδε μπροστά της φάντη μπαστούνι το Μάριο! Ναι, το αντικείμενο του ονείρου της ήταν εκεί ακριβώς, μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος και την κοιτούσε με δειλία. Η Καίτη είχε κοκαλώσει τόσο, που άργησε να καταλάβει πως έπρεπε να παραμερίσει για να περάσει ο απρόσμενος επισκέπτης στο σαλόνι. Οπότε, άρχισε ο νεαρός να ψελλίζει:

-Μου είχατε πει..
-Ναι, Μάριος, έτσι;
-Ναι, Μάριο με λένε.. και.. είχατε πει να περάσω κάποια μέρα.. αλλά δεν..
-Δεν ειδοποίησες; Ε, δε χάθηκε κι ο κόσμος! Ευτυχώς που ήμουν εδώ..
-Αυτό το φοβόμουν.. μη δε σας βρω.. αλλά ο κύριος Θέμης μου είπε..
-Πέρασες από τον κύριο Θέμη; Πώς είναι; Πριν από λίγο μίλησα μαζί του..
-Ναι, αυτό μου είπε.. ότι με.. μας καλέσατε σε μια γιορτή..
-Την άλλη Τετάρτη! Θα έρθεις, έτσι;
-Μεγάλη τιμή μου κάνετε κυρία..
-Καίτη. Σκέτο. Όχι «κυρία».. Για τους φίλους μου «Καίτη».
-Εγώ.. εμένα τώρα.. είμαι φίλος σας δηλαδή.. πώς, αφού δεν με γνωρίζετε..
-Τα μάτια, τα βλέμματα, μου λένε ποιος είναι φίλος και αυτό φτάνει και περισσεύει.
-Ναι.. έτσι νοιώθω κι εγώ, αλλά.. ξέρετε.. φοβάμαι μη το παρεξηγήσει ο κόσμος.
-Εμείς δεν είμαστε «ο κόσμος» έτσι δεν είναι; Τι λες Μάριε;
-Τι να πω.. επιτρέπετε να καθίσω κάπου;
-Και βέβαια, να εδώ κάθισε, απέναντί μου..
-Στην πολυθρόνα;
-Μα ναι, τι ανόητη που είμαι.. σε αφήνω τόση ώρα όρθιο..
-Δε με πειράζει, γενικά αντέχω.. αλλά ήρθα από το Μαρούσι με τα πόδια..
-Ποδαρόδρομο από το Μαρούσι; Γιατί; Μέχρι την Κηφισιά θα μπορούσε να πάρεις το τρένο..
-Εχει απεργία σήμερα ξέρετε..
-Θα διψάς τότε, έτσι; Νεράκι ή βυσσινάδα;
-Λίγο νερό παρακαλώ.. ή.. πείτε πού είναι η κουζίνα να πάρω μόνος μου.
-Όχι, θα σε σερβίρω εγώ. Ετσι πρέπει. Αμα θέλεις όμως, έλα στην κουζίνα.
-Αφήστε.. θα περιμένω καλύτερα.

Η Καίτη έτρεξε σχεδόν προς την κουζίνα, ενώ ο Μάριος περιεργαζόταν το χώρο, έτσι είδε και το πόδι φυσικά. Γινόταν να το αποφύγει; Μπροστά του βρισκόταν. Κατάφατσα. Ηρθε το νερό με παγάκια, ο Μάριος το ρούφηξε ως τον πάτο και μετά ακούμπησε το κρύο ποτήρι στο μέτωπό του βγάζοντας ένα στεναγμό ανακούφισης.

-Ααααχ! Δροσούλα!
-Μα δεν κάνει και τόση ζέστη.. Αλλά εσύ είσαι μούσκεμα στον ιδρώτα!
-Κουράστηκα πολύ σήμερα, αλλά ήθελα να σας δω.. Λαχάνιασα και στην ανηφόρα..
-Θέλεις να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπό σου; Ελα, μη ντρέπεσαι.
-Ναι, ευχαριστώ πολύ..

Ο Μάριος μπήκε στο μικρό λουτρό και έκλεισε την πόρτα πίσω του, ενώ η Καίτη απέξω αποφάσιζε εκείνη τη στιγμή να του μιλήσει στα ίσια για το εκμαγείο. Μόλις βγήκε λοιπόν, του έριξε την πρώτη ατάκα:

-Το έργο μου το είδες;
-Ποιο έργο; Α.. το πόδι.. Τι είναι αυτό το πόδι;
-Αυτό είναι εκμαγείο του δικού μου ποδιού, για δες και κάνε σύγκριση.
-Ναι, ολόιδιο είναι! Πώς το κάνατε αυτό;
-Εχω ένα εργαστήριο στο ημιυπόγειο.. εκεί ασχολούμαι με τη γλυπτική..
-Αχ! Πόσο μου αρέσουν τα καλλιτεχνικά! Ζωγραφίζω κάπου κάπου ξέρετε..
-Ναι; Ωραία τότε γιατί μπορείς να με καταλάβεις καλύτερα.. Εχω κάτι να σου ζητήσω.
-Ο,τι θέλετε! Φτάνει να μην είναι κάτι πολύ κουραστικό.. γιατί.. σήμερα ξέρετε..
-Ξέρω, ξέρω, ήρθες ποδαρόδρομο από το Μαρούσι, μου το είπες. Κάτι πολύ ξεκούραστο είναι αυτό που θέλω από σένα. Πάμε κάτω στο εργαστήριο να σου δείξω.

Ευγενής όπως πάντα, ο Μάριος δεν δυσανασχέτησε που ξεβολεύτηκε από την πολυθρόνα όπου είχε βουλιάξει και ακολούθησε την Καίτη στο ασανσέρ. «Ευτυχώς που είχα συμμαζέψει και δεν τα άφησα για αύριο το πρωί» είπε η Καίτη από μέσα της, συμπληρώνοντας «αν θέλει ο νέος, θα του φτιάξω σήμερα κιόλας το εκμαγείο και μακάρι να ξημερωθώ στο εργαστήριο. Πόσο τυχερή είμαι, θεέ μου» ξαναλέγοντας πάλι από μέσα της «δε βαριέσαι, χαλάλι το έξοδο της γιορτής. Θα γιορτάσω το πρώτο μου βήμα προς τον ιδανικό άντρα!»

Ο Μάριος δεν είχε καμιά αντίρρηση να ξαπλώσει για λίγα λεπτά στο χλιαρό χυλό από γύψο και πλαστικό που ετοίμασε η Καίτη στο σκάμμα, αφού το σώμα του είχε προετοιμαστεί καταλλήλως βέβαια. Η μουσική που γλύκαινε το χώρο ήταν Αλμπινόνι. Όταν το υλικό στέγνωσε, η Καίτη το χάραξε και το έκοψε με προσοχή σε τέσσερα κομμάτια και ο Μάριος μπήκε στο ντους. «Υπέροχος νέος! Ούτε που θα μπορούσα να φανταστώ πόσο υπέροχος!» έλεγε και ξανάλεγε, από μέσα της φυσικά. Όταν τέλειωσε το ντους και ντύθηκε, η Καίτη πρότεινε να πάνε κάπου για φαγητό, αλλά, παρ’ όλη την ξάπλα στο γύψο, ο Μάριος εξακολουθούσε να είναι ψόφιος.

-Ε, τότε να πάρουμε καμιά πίτσα και να κοιμηθείς σπίτι μου, αν θέλεις.
-Ναι, αυτό καλό ακούγεται..

Ανέβηκαν στο σπίτι και, πριν ακουμπήσει καν το ακουστικό η Καίτη για να καλέσει την πιτσαρία της περιοχής, ο Μάριος ροχάλιζε στην πολυθρόνα. Υπάρχουν στιγμές που όσο και ευγενής να είναι κάποιος, το κορμί έχει το δικό του τρόπο να επιβάλλει τις απόψεις του. Η πολυθρόνα είχε μηχανισμό, τον οποίο ενεργοποίησε η Καίτη και ο Μάριος οριζοντιώθηκε απολύτως. Του έριξε ένα λεπτό και ζεστό πάπλωμα και τον άφησε να κοιμάται του καλού καιρού, ενώ την ίδια δεν τη χωρούσε ο τόπος. Τόση ευτυχία πια! Φόρεσε το λεπτό της άνορακ και βγήκε για έναν αναζωογονητικό περίπατο.

Ηταν πλέον μεσάνυχτα και το φεγγαράκι έπλεε στον ουρανό εκείνου του Φλεβάρη, κι ο ουρανός έμοιαζε να μιλάει ψιθυριστά στο αυτάκι της και να της λέει «Μπράβο Καίτη» απανωτά, πολλές φορές στη σειρά κι εκείνη να απαντάει ψιθυρίζοντας επίσης «Ευχαριστώ, ευχαριστώ».


Ένα ήσυχο πάρτι

Ο Αθήναιος ετοίμασε ένα λουκούλλειο δείπνο και το άφησε μαζί με τις σχετικές οδηγίες στην κουζίνα. Πρώτο πιάτο μύδια αχνιστά Ατλαντικού και κοχύλια Σαιν Ζακ, δεύτερο πιάτο μανιταρόσουπα, κυρίως πιάτο συναγρίδα με σως μαγιονέζα, σαλάτες διάφορες, φρέσκιες και βραστές, κρασί λευκό.

Η Καίτη είχε αποσύρει το εκμαγείο του ποδιού της από το κέντρο του σαλονιού, δεν είχε λόγο ύπαρξης πλέον σε θέση περίοπτη μια και ο σκοπός, για τον οποίο είχε δημιουργηθεί και είχε τοποθετηθεί εκεί πέρα, αποτελούσε παρελθόν πλέον. Η μόνιμη θέση που είχε διαλέξει η Καίτη για το έργο αυτό, ήταν στο πλάι του τζακιού. Το εκμαγείο του Μάριου βρισκόταν πάντως στο εργαστήριο και δεν υπήρχε περίπτωση να μάθει κανένας άλλος γι αυτό το έργο, εκτός από το μοντέλο και τη μαθητευόμενη γλύπτρια.

Ο Μάρκος και η κυρία Μερόπη έφτασαν πρώτοι και έκαναν πολύ καλά για να σπάσει ο πάγος. Η κυρία Μερόπη άλλαξε άρδην την άποψη που είχε για την Καίτη και αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση πρώτα πρώτα στην ίδια, που συνήθως δεν άλλαζε απόψεις για τους ανθρώπους που γνώριζε. Την Καίτη όμως δεν την είχε γνωρίσει σχεδόν καθόλου, άρα πώς μπορούσε να έχει άποψη για κείνη; Αυτή ήταν η δικαιολογία που έδωσε στον εαυτό της και δεν την ξανααπασχόλησε το θέμα.

Σιγά σιγά μαζεύτηκαν όλοι οι συνδαιτυμόνες και φάγανε και τραγουδήσανε και πέρασαν υπέροχα. Ο κύριος Θέμης, που ήρθε με το Μάριο, βρήκε μια άκρη με τον Ακύλα, βεβαιώθηκε ότι ήταν ο ανεψιός του αλλά δεν του μαρτύρησε τίποτα, μόνο το εκμυστηρεύτηκε στην κυρία Μερόπη, που χάρηκε με τη σειρά της. Ο Μανόλης με τη Λίτσα, που φτάσανε τελευταίοι, φύγανε και πρώτοι, ενώ οι υπόλοιποι αντάλλαζαν πονηρά βλέμματα σαν να λέγανε «Ετσι είναι οι ερωτευμένοι». Ο Μάριος φυσικά, που γνώριζε περισσότερα για την περίπτωσή τους, δεν έβγαλε μιλιά, μόνο κοίταζε λυπημένα. Τίνος ήταν η Λίτσα τελικά; Δική του ή του Φοίβου; Του Μανόλη δεν ήτανε πάντως, εξακριβωμένο αυτό.

Λίγο πριν αναχωρήσουν οι καλεσμένοι, έγινε λόγος για την περίφημη εκδρομή. Θα πήγαιναν τελικά στο «ξενοδοχείο με τα 28 δωμάτια»;

Ο Ακύλας, αν και η ιδέα της εκδρομής είχε ξεκινήσει από αυτόν, δήλωσε αδυναμία. Ηθελε να εξομαλύνει τη σχέση του με τον Μίμη. Ο Μανόλης είχε ήδη φύγει με τη Λίτσα, δεν άκουσε τίποτα και κανείς δεν σκέφτηκε να τον βάλει στη λίστα των εκδρομέων, ίσως και λόγω επαγγέλματος. Ο κύριος Θέμης δεν ήθελε μια συνάντηση με την πρώην σύζυγό του, όπως δήλωσε κατηγορηματικά, έτσι έμειναν η Καίτη, ο Μάρκος, ο Μάριος και η κυρία Μερόπη, η οποία ενθουσιάστηκε κυριολεκτικά με την ιδέα. Θα συναντούσε και την κυρία Ευδοξία, την ξενοδόχα, που ήταν παλιά της συμμαθήτρια και κολλητή φιλενάδα στο γυμνάσιο.

Η Καίτη είχε ένα λόγο παραπάνω να ενθουσιαστεί, επειδή θα βρισκόταν μερικές μέρες συνέχεια μαζί με το Μάριο και το Μάρκο, τους δυο νεαρούς θαυμαστές της. Τι περισσότερο θα ήθελε μια γυναίκα της ηλικίας της από το να μονοπωλεί το ενδιαφέρον δυο ωραίων νεαρών;

Οι νεαροί πάλι, καθένας από την πλευρά του, ήταν πανευτυχείς. Ο Μάρκος επειδή θα περνούσε λίγες μέρες με τις δυο γυναίκες που αγαπούσε και θαύμαζε και που ευτύχησε να συμβάλλει στη διάλυση των μεταξύ τους παρεξηγήσεων. Ο Μάριος πάλι, επειδή του δινόταν η ευκαιρία να μάθει κάτι ακόμα για τη ζωή, πώς γίνεται δηλαδή να βρεθούν τόσοι άνθρωποι σχεδόν άγνωστοι μεταξύ τους και να μπορούν να μοιραστούν μεταξύ τους αγάπη και μύχια μυστικά. Τα μυστικά τα δικά του, είχε σκοπό να τα αποκαλύψει μονάχα στην Καίτη, και δεν ήταν και λίγα.

Η κυρία Μερόπη σκεφτόταν τι καλά που θα γίνει αυτή η εκδρομή, να πάρει μαζί της το φάκελο, να τον διαβάσουνε παρέα με την καλή της την Ευδοξία. Εκείνη, είχε μια έμφυτη σοφία, δεν ήτανε τυχαίο που περνούσε τη ζωή της σε ένα πανέμορφο τόπο, διατηρώντας ένα ξενοδοχειάκι στην ομαλή πλαγιά του Πάρνωνα.